Showing posts with label Οφθαλμοί. Show all posts
Showing posts with label Οφθαλμοί. Show all posts

Monday, July 27, 2015

ΜΟΡΦΕΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΚΛΟΠΗΣ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ




Πριν από λίγους μήνες, το καλό περιοδικό "Νέο Πλανόδιον" που διευθύνει ο ποιητής και λόγιος Κώστας Κουτσουρέλης, ασχολήθηκε διεξοδικά με μια περίπτωση λογοκλοπής, η οποία ήταν περισσότερον αναπάντεχη ακόμα και για τα πλήρως αναρχούμενα δεδομένα αυτής της χώρας, μιας και το προϊόν λογοκλοπής ήταν υποψήφιο κιόλας για το Βραβείο Βαρβέρη που αθλοθετεί η Εταιρεία Συγγραφέων.

Μπορείτε να διαβάσετε την καταγγελία εδώ, και την, κατά την γνώμη μου εν μέρει ατυχή, απάντηση της Εταιρείας Συγγραφέων εδώ .

Δεν πρόκειται στο παρόν σημείωμα να ασχοληθούμε περαιτέρω με την συγκεκριμένη υπόθεση, η οποία κατά τα φαινόμενα εξαντλήθηκε, όπως μπορείτε να διαπιστώσετε στα δύο λινκς που παρατίθενται άνω, αλλά να διαπιστώσουμε με αφορμή την συγκεκριμένη λογοκλοπή, (που στηριζόταν κυρίως σε μορφοκλοπή αλλά και ιδεοκλοπή) τις δυνατές μορφές κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας που μπορεί να μετέρχονται διάφοροι επιτήδειοι.

Ας επιχειρήσουμε να τις ερευνήσουμε και ορίσουμε με συντομία:

1. Τυπική ή συνήθης λογοκλοπή.

Καλείται η λογοκλοπή εκείνη που διεκπεραιούται με μεταφορά πλήρως αυτουσίων -ή ποσοστιαίως παρηλλαγμένων- "κομματιών", από ένα έργο γραπτού λόγου σε έργο άλλου συγγραφέα . 
Κάποιες φορές η λογοκλοπή αυτή μπορεί να αφορά εξ ολοκλήρου και όχι απλά εν μέρει, ένα γραπτό κείμενο και αυτή η ακόμα θρασύτερη πράξη δεν είναι άγνωστη  κυρίως στο διαδίκτυο, όπου η ασυδοσία αφθονεί.

2. Μορφοκλοπή .

Καλείται η λογοκλοπή εκείνη μέσω της οποίας αντιγράφεται κατ' επιλογήν ή εξ ολοκλήρου  το στυλ, το ύφος και οι χρωματισμοί που εντοπίζονται σε ένα γραπτό κείμενο ή ακόμα και στο σύνολο έργο κάποιου συγγραφέα, με απλώς "αλλαγμένο" το περιεχόμενο ή το κόνσεπτ. 
Η μορφοκλοπή διαφέρει από την απλή μίμηση ύφους, μιας και στη πρώτη το στυλ και οι ιδιοκατασκευές του λόγου μεταφέρονται όπως είναι από το έργο του ενός στον άλλον συγγραφέα, ενώ στην απλή μίμηση η εντύπωση της μορφοκλοπής είναι πιο "συνολική" στο έργο ενός συγγραφέα που μιμείται άλλον συγγραφέα.

3. Ιδεοκλοπή .

Καλείται η λογοκλοπή εκείνη μέσω της οποίας επιχειρείται ο σφετερισμός ενός πρωτότυπου ιδεοκόνσεπτ ή μεμερισμένων ιδεών αυτού του κόνσεπτ από το έργο κάποιου ποιητή ή συγγραφέα. 
Αυτές τις ιδέες ο ιδεοκλόπος επιχειρεί να τις παρουσιάσει "αλλιώς", συνήθως με πτωχευμένη ή εντελώς καταρρακωμένη αισθητική μορφή.

Πρόκειται για την πιο αφελή μορφή λογοκλοπής, επειδή όχι σπάνια οι ιδεοκλόποι παραμυθιάζουν  και καθησυχάζουν με ελαφρώς παρανοϊκό τρόπο τον ίδιο τον εαυτό τους για το "νόμιμο"  της πράξης τους, ή επιχειρούν μάταια να ανεύρουν σχετικές δικαιολογίες. 
Η ιδεοκλοπή συνιστά ασφαλώς από μόνη της ξεχωριστό και διακριτό είδος   λογοκλοπής, αλλά παραλλήλως ανήκει και στο αμέσως παρατιθέμενο είδος λογοκλοπής, την "λογοκλοπή με δικαιολογίες". 
Φυσικά η ιδεοκλοπή αντιμετωπίζεται, όπως όλες οι μορφές λογοκλοπής, επιτυχώς από το υπάρχον πλαίσιο νομικής προστασίας της πνευματικής ιδιοκτησίας.

Ακόμα, οι ιδεοκλόποι καταντούν όχι σπάνια υβριστές αυτών που κλέβουν μιας και αδυνατούν αλλιώς να εξισορροπήσουν στο μυαλό τους την αποτυχία των δικαιολογιών τους, οι οποίες, πρέπει να λεχθεί ακόμα, διακρίνονται από την αδυναμία κατανοήσεως σε σημαντικό ποσοστό, του τι συνιστά "κοινή πνευματική ιδιοκτησία της ανθρωπότητας" και τι "πρωτότυπο κόνσεπτ" εξατομικευμένου δημιουργού.

4. Λογοκλοπή με "δικαιολογίες" .

Καλείται η λογοκλοπή εκείνη που ανήκοντας ήδη στις κατηγορίες της μορφοκλοπής και της ιδεοκλοπής, συνοδεύεται από διάφορες δικαιολογίες και με πρόσχημα, συνήθως, την περιβόητη αρλούμπα της "διακειμενικότητας" (όπως τουλάχιστον χρησιμοποιήθηκε εν τη πράξει, παρά τις μη κακές προθέσεις των διανοούμενων, που εισηγήθηκαν στο αρκετά απομεμακρυσμένο παρελθόν αυτή την θεώρηση).
Ο "διακειμενικός" λογοκλόπος πιστεύοντας ότι έχει βρει στην αφελή  και παρερμηνεύουσα δικαιολογία του την "κότα με τα χρυσά αυγά", όχι σπάνια καλείται να μαζέψει καμμένες ομελέττες, μιας και, ευτυχώς,  το κοινό ή οι νομικές αρχές στην συντριπτική πλειοψηφία τους δεν θεωρούν επαρκείς ή ακόμα  και στοιχειωδώς λογικές τις δικαιολογίες του.

Φυσικά, υπάρχουν και άλλες μορφές λογοκλοπής, οι οποίες, ωστόσο, έχουμε την εντύπωση πως ανήκουν στα ανωτέρω παρατιθέμενα είδη, συνιστώντας απλές παραλλαγές αυτών.

Θα πρέπει ακόμη να λεχθεί, πως κάθε καταγγελία λογοκλοπής είναι νόμιμη, όταν αποπειράται να τεκμηριώσει ονομαστικώς, με εκτεταμένη, λεπτομερή αναφορά και παραδείγματα, τις αιτιάσεις της, αλλιώς απορρίπτεται τόσον από το κοινό όσον φυσικά και από κάθε ενδιαφερόμενο και διερευνάται ως προς τα ύποπτα ή κακόβουλα κίνητρά της.

Εν κατακλείδι,  δεν μπορεί να έχει κανείς την ψευδαίσθηση ότι το φαινόμενο της λογοκλοπής σε όλες τις μορφές της θα παύσει, ή έστω θα μετριασθεί, όμως είναι πολύ σημαντικό, ολοένα να "αποκρυσταλλώνεται" με σαφέστερο τρόπο τόσον στην ουσία του, όσον και στην μορφοδυναμική του, και επιπλέον να διακρίνονται σε ασφαλή όρια το τι συνιστά νόμιμη ή αιτιολογημένη καταγγελία λογοκλοπής και τι σκέτη φαιδρότητα.




Thursday, April 2, 2015

Η "ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ" ΩΣ ΘΕΩΡΗΣΗ: έχει, αλήθεια, λόγο ύπαρξης;



Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η λεγόμενη "διακειμενικότητα" συχνά δεν καταλήγει σε τίποτα άλλο από τέχνασμα που μετέρχεται μια μερίδα "λογοτεχνών" σε εποχή γενικευμένης παρακμής των γραμμάτων, με σκοπό να αναπληρώσει τα όποια δημιουργικά αδιέξοδα αισθάνεται ή βιώνει. Σε πείσμα μάλιστα, εκείνων που πιθανόν να διάκεινται ευμενώς προς την όλη θεώρηση της "διακειμενικότητας", η οποία όμως θα πρέπει να λεχθεί εδώ πως ακόμα και αν δεν είναι από άποψη ουσίας "περιττή" (πράγμα πολύ πιθανό), καθίσταται σίγουρα "ύποπτη" ως προς την χρήση της.

Ακόμα και η Julia Kristeva που φέρεται συνήθως ως η πρώτη εισηγήτρια του όρου, δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα έτριβε τα μάτια της από έκπληξη αν έβλεπε το πόσο συχνά η αιτίαση της διακειμενικότητας αποβαίνει απόπειρα αιτιολόγησης  "πλιάτσικου".

Μα ήταν τότε σίγουρα αφελής η Γαλλοβουλγάρα διανοούμενη. Αν πάει κανείς να εισάγει τέτοιους όρους σε ένα "κοπάδι" που στην πλειοψηφία του ή τουλάχιστον κατά σημαντικό ποσοστό και λόγω της ανθρώπινης φύσης δεν είναι ό,τι καλύτερο, ας μην φαντάζεται τότε πως η "αντικειμενοποίηση"  (με την εγελιανή έννοια της λέξης) αυτών των όρων θα είναι κάτι καλύτερο από αυτό το κοπάδι! Ο,τιδήποτε και αν "ρίξει" κάποιος ως ιδέα ή νέα εννοιολογία στους ανθρώπους, θα την κάνουν "χάλια" μετά από λίγο καιρό.

Γιατί; διότι έτσι δυστυχώς είναι η ανθρώπινη φύση, και δεν έχει ως προς αυτό παρά να ρίξει κανείς μια ματιά στην Ιστορία (και εκείνη του ανθρώπινου πνεύματος για να δει πώς "αλλοτριώνονται" και "παραμορφώνονται" πάνω απ' όλα οι "ιδέες"!). Και από αυτή την άποψη, ένας διανοούμενος θα πρέπει να είναι παρά πολύ "προσεχτικός" και να προβλέπει το "χάλι" που μπορεί να προκύψει από ό,τι "εισάγει" και παρά, ασφαλώς, τις προθέσεις, όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση εκείνες της Kristeva.

Ως προς τι λοιπόν διαφέρει ή θα έπρεπε να διαφέρει η "διακειμενικότητα" (στην καλύτερη ή πιο "αγαθή" έννοιά της) από αυτό που θα λέγαμε τυχούσες νόμιμες (κατ' ελπίδα), στον έναν ή τον άλλον βαθμό, επιρροές; Και όμως, όχι σπάνια οι "πρωτοφανέρωτοι" όροι δημιουργούν, συνειδητά ή ασυνείδητα και νέες "βλέψεις" σε αφελείς ή κακοήθεις.

Αν δεν υπήρχε η ανάγκη για κάτι "άλλο", (και αρκετές φορές όπως εφάνη στην συγκεκριμένη περίπτωση μιας όχι αγαθής από δυνητική άποψη χρήσης και παρά την πιθανή ή όχι αγαθή πρόθεση), δεν θα εφευρίσκετο καινούργιος όρος. Μα, ας σταθεί κανείς για παράδειγμα σε αυτό το εξαμβλωματικό που όσο και αν προσπαθεί να πείσει περί του "αυτονοήτου" του άλλο τόσο καθίσταται αδιανόητο στην (υποτίθεται) "μεταφορική" διατύπωσή του:

Τι πάει να πει "συνομιλία των κειμένων μεταξύ τους", λες και σε περίπτωση νόμιμης επιρροής ή εμφανούς αναφοράς σε κάτι άλλο, δεν είναι ένα συγγραφικό μυαλό που συνειδητά "συνομιλεί" με ένα κείμενο !; 
Στην καλύτερη περίπτωση πρόκειται για συνομιλία ανάμεσα σε "πρόσωπα", το ένα από τα δύο εμμέσως δια "αντιπροσώπου" (ήδη γεγραμμένου κειμένου) και εδώ που τα λέμε συνήθως παρά την θέληση, συγκατάθεση αλλά και επίγνωσή του μιας και τις περισσότερες φορές πρόκειται για τεθνεώτες συγγραφείς. Στην χειρότερη δε περίπτωση, έχουμε αντιγραφή ή μίμηση και δυστυχώς η "διακειμενικότητα" καλείται πολλές φορές να την καλύψει. 
Σε λίγο θα μας πουν ότι τα κείμενα μπορεί να πίνουν και καφέ μαζί, άρα εντάξει, δεν χάλασε ο κόσμος αν τρέχει και καμμιά "λογοκλοπή"!  Μην το γελάτε, στην Ελλάδα τουλάχιστον η "διακειμενικότητα" παραδόξως αλλά καθόλου τυχαίως, ανακύπτει ή "ξεθάβεται" όταν έχουμε κάποιο κρούσμα λογοκλοπής ή ιδεοκλοπής.

Όμως, όσοι λογοτέχνες έχουμε ακόμα σώας τας φρένας μας, γνωρίζουμε από τους αιώνες ΜΟΝΟΝ τις εξής έννοιες:

1. Πρωτότυπη δημιουργία ή πρωτότυπο μέρος αυτής που μπορεί να συνιστά κεντρική ιδέα (ή κεντρικές ιδέες) ενός έργου, αναγνωρίσιμη και διακριτή  άμα τη αναγνώσει και κριτική θεωρήσει.

2. Νόμιμη επιρροή (ή επιρροές) η οποία στην αρνητική εκδοχή της ορίζεται ως "μη νόμιμη" όταν καθίσταται μίμηση και χαρακτηρίζει τους "μη απογαλακτισμένους" ποιητές. Η μίμηση δεν διώκεται δικαστικώς, αλλά εκθέτει τον εκάστοτε γράψαντα αν τυγχάνει να μην είναι πολύ νεαρής ηλικίας.

3.  Αναφορές εν είδει εισαγομένων και σαφώς διακριτών τμημάτων ή motto και όπου προκύπτει ανάγκη, η παραπομπή που θα επισημαίνει αυτές τις "εισαγωγές" σε περίπτωση που δεν είναι πρόδηλες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ναι, μπορούμε να πούμε πως έχουμε όντως κάτι "διακειμενικό" με την πιο πλήρη, ή τουλάχιστον αναμφισβήτητη, σημασία της λέξεως. 
Η υπόλοιπη "διακειμενικότητα", όπως είπαμε δεν είναι παρά "νόμιμη επιρροή" (αν είναι "νόμιμη" και όχι μίμηση) ή "συνομιλία" ανάμεσα σε έναν συγγραφικό νου με έναν άλλον, με το δεύτερον να "παρευρίσκεται" αντιπροσωπευτικώς και μόνον μέσω ήδη γεγραμμένου κειμένου ή τμήματος κειμένου.

Προς τι λοιπόν να δημιουργηθεί ολόκληρη λογοτεχνική θεώρηση με αφορμή κάτι τόσο αυτοδηλούμενο και όπως και να 'χει "μερικό" (αναφορές, εισαγωγές, παραπομπές); Γιατί αν δεν είναι "μερικά" αυτά τα πράγματα τότε ομιλούμε για ντροπαλή λογοκλοπή ή απόπειρα πρόσκτησης αξίας στις πλάτες άλλων. 
Τι να το κάνει ένας αναγνώστης ένα λογοτέχνημα που στηρίζεται κατά μείζονα ποσότητα γραφής σε αναφορές και συρραφές; το πολύ πολύ να το καταγγείλει, ασφαλώς.

4. Λογοκλοπή ή/και ιδεοκλοπή κατά μεμονωμένη περίσταση ή κατά συρροήν και κατ' εξακολουθήσιν.

Η "διακειμενικότητα" λοιπόν μέσα σε όλα αυτά, είτε εν προθέσει είτε όχι, συχνά δεν καταντάει τίποτε άλλο από συνηγορία λογοκλοπής ή/ και ιδεοκλοπής, όταν επιχειρεί να δικαιολογήσει αυτές τις τελευταίες με ένα (παραμορφωμένο αντι)θεωρητικό υπόβαθρο που είναι το λιγότερο για "κλωτσιές"! 

Ευτυχώς που τα δικαστήρια δεν καταλαβαίνουν μία από "διακειμενικότητες", αλλά καταλαβαίνουν άριστα από λογοκλοπές και ιδεοκλοπές!

Με όλα αυτά, και για να συνοψίσουμε, δεν θέλουμε να πούμε πως η θεώρηση της "διακειμενικότητας" είναι κατ' ανάγκην κάτι κακό, αλλά με τον τρόπο της θέτει περισσότερα προβλήματα από εκείνα που καλείται να λύσει, και, κυρίως, συχνά  -και δυστυχώς- γεννάει άνομες προθέσεις. 

Για ποιο λόγο, για παράδειγμα, να ξυπνήσει κάποιος αύριο το πρωί και να φτιάξει μια νέα "ειδικευμένη" θεώρηση, όταν αυτή με έναν φυσικό τρόπο εμπεριεχέται αυτονοήτως και για αιώνες ολόκληρους στις ήδη λελογισμένες θεωρήσεις;
Κάποτε, όσον περισσότερο "ανακαλύπτουν" κάποιοι νέες "αναγκαιότητες" και "ειδικεύσεις" στον χώρο της λογοτεχνικής θεωρίας είναι σαν να τις δημιουργούν εκείνη την στιγμή. Και ακόμα, εφ' όσον αυτές οι "αναγκαιότητες" είναι ήδη καλυμμένες από τις προϋπάρχουσες, τότε αυτό που δεικνύεται, ως υποψία τουλάχιστον, είναι σαν να επιχειρείται να "καλύπτεται" κάτι "άλλο".

Κοντολογής, "διακειμενικότητα", ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Ελλάδα που ανακάλυψε με αναδρομική ζέση, τριάντα περίπου χρόνια μετά, τις συχνές βερμπαλομορφικές ομφαλοσκοπήσεις και τα αλαφιασμένα "αναβαπτίσματα" του μεταμοντερνισμού (όταν αυτός στις στιγμές της σχόλης του καταπίνει την κάμηλον του αυταποδείκτου και διυλίζει τον κώνωπα της αναθεώρησης μέσα στην αναθεώρηση εις το άπειρον), αρκετές φορές καταλήγει να μην σημαίνει τίποτε περισσότερο, στην χειρότερη αλλά δυστυχώς πολύ αναμενόμενη εκδοχή της, με συνειδητό ή όχι τρόπο, (αυτο)παρακίνηση σε "μοντάζ" και "συρραφές" ξένων ιδεών για ανθρώπους που δεν είχαν την ευφυία να καταλάβουν από νωρίς πως αν δεν κάνουν έτσι κι αλλιώς για μια δουλειά, δεν θα έπρεπε να "ζαλίζουν" το θέμα περαιτέρω.

Σε αυτή την περίπτωση ό,τι "ξένο" και αν "συρράψει" κάποιος, και στο βαθμό που αυτό δεν έχει αφομοιωθεί ήδη ή πρώτα με ένα φυσικό τρόπο από την λογοτεχνική συνείδηση με δίχως την ανάγκη μιας εξωτερικής "προσθετικής" κίνησης, ipso facto θα αποβεί "κουρέλι".

Και ασφαλώς, κάποτε ακόμα και η "εξωτερική πρόσθεση" μπορεί να προσακτά ιδιαίτερο στυλιστικό νόημα και μια ουσία απόλυτα δικαιωμένη για την περίσταση κατά την οποία επισυνέβη. Όμως, ό,τι είναι πραγματική "τέχνη" στα χέρια των ολίγων, δυστυχώς στα χέρια των πολλών δεν απολήγει παρά μια άγαρμπη παρόρμηση τέχνης, τίποτε περισσότερο από ένα "κουρέλι", όπως προελέχθη.

Και μια κουρελιασμένη ποίηση είναι πάντα αντίφαση εν όροις. Σε αυτή την περίπτωση μένει μόνο το κουρελιασμένο χωρίς καμμία ποίηση. Που δυστυχώς δεν θα μπορούσε να χαρακτηρίζει τίποτε άλλο από πρόχειρα ή ανεπαρκή μυαλά που δεν καταλαβαίνουν πως η λογοτεχνία μπορεί μεν να γράφεται "δια χειρός" , αλλά όχι γι' αυτό όμως και με "απλωμένη την χείρα".


Monday, September 15, 2014

Η "ΑΓΝΩΣΤΗ" ΜΑΓΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ



Η Ποίηση είναι κάτι που δεν ορίζεται, τουλάχιστον εύκολα, και αυτό συνιστά την πρώτη αλήθειά της, ίσως την πλέον ουσιαστική. 
Όσον πολύτιμες και φιλότιμες και αν έχουν υπάρξει εδώ οι προσπάθειες   των φιλολόγων και των θεωρητικών να προσδώσουν "αναγνωρίσιμα" ή  και "αντικειμενικά" χαρακτηριστικά στο ποιητικό φαινόμενο, και σίγουρα οι εκ μέρους και εκ περιστάσεως "καρποί" μιας "ειδικής" φαινομενολογίας  κάποτε δεν είναι αμελητέοι ή στερούμενοι αξίας ακόμα και μεγάλης, εν τούτοις το ποιητικό φαινόμενο εν είδει ορισμού διαφεύγει. 

Μπορούμε πάντα να μιλήσουμε για το ΤΙ είναι ποίηση εν είδει αφορισμού, όχι όμως με την αδιασάλευτη κατάδειξη ενός "ορισμού".
Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Ποίηση υπήρξε αναπόσπαστα συνδεδεμένη   με την Μαγεία στην πρώιμη συνείδηση και πράξη της ανθρωπότητας·  στην ουσία Ποίηση και Μαγεία υπήρξαν κάποτε Έν, και αργότερα αυτή η σύνδεση καίτοι φαινομενικά διεκόπη, παρέμεινε ωστόσο στο υποσυνείδητο μέρος της ανθρωπότητας και εν πολλοίς καθώρισε και την ίδια την καταπινότερη αναγνωστική πρόσληψη της ποίησης · πράγμα που σημαίνει: 

Οι αναγνώστες αναπόφευκτα "μαγεύονται" από την Ποίηση, όταν τυγχάνει να μαγευτούν, ανεξάρτητα από το  σε ποιο βαθμό την "κατανοούν" ή όχι, και χωρίς να έχει αντικειμενικά καμμία ιδιαίτερη σημασία αυτό το τελευταίο.

Ο κατ'ελπίδα ειδικός λόγος μπορεί σε αυτήν την περίπτωση να δώσει μια "περιγραφή",  να προσεγγίσει δηλαδή τα στοιχεία και τα σχήματα του ποιητικού λόγου και να δει την οργανική συνάφειά τους με τα νοηματικά περιεχόμενα έτσι όπως αναδύονται από τους ρυθμούς του ποιήματος, όμως εκείνο το "μαγικό άγγιγμα του Λόγου " που κάνει ένα ποίημα όντως ποίημα και υφαρπάζει την ψυχή του αναγνώστη προς τα κει που θέλει ο ποιητής, σίγουρα διαφεύγει μιας περισσότερο, λιγότερο ή και καθόλου εμπεριστατωμένης δοκιμιογραφικής ανάλυσης στην ιστορία της λογοτεχνίας. 

Ποιο το "μαγικό άγγιγμα" του λόγου που μεταμορφώνει ένα στιχικό λόγο σε ποίημα, αυτό είναι κάτι που τις περισσότερες φορές δεν το συνειδητοποιεί καν ο ίδιος ο ποιητής, καίτοι δεν είναι άλλος που  το πραγματοποιεί . Πόσο μάλλον κάποιος που προσπαθεί να το "αναπαράγει" αλλοτρόπως στο εργαστήριο. Πάνω απ' ολα όμως  είναι κάτι που δεν "αφαιρείται" ούτε "προστίθεται", αλλά αναγνωρίζεται εκ του αποτελέσματος:

όσες φορές και αν πεις σε έναν αναγνώστη "μη μαγεύεσαι!", αυτός θα συνεχίσει να μαγεύεται ακόμα περισσότερο από ένα ποίημα και αντίστροφα, η προτροπή "μαγέψου!" όταν δεν μαγεύεται,  είναι άκαρπη. 

Έτσι είναι η ποίηση και η χαμένη στις κοίτες του ιστορικού χρόνου λειτουργία της· αυτό δεν αλλάζει.

Για παράδειγμα, διαβάζοντας το έξοχο δοκίμιο του T.S.Eliot για τον Blake, έχουμε την αίσθηση ότι ο πραγματικός Blake "απουσιάζει "· παρ'όλ' αυτά, ό,τι μένει από την απουσία του στο δοκίμιο του Eliot είναι πιθανώς ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να ελπίσει κανείς από έναν πεπειραμένο και εξαντλητικά ευσυνείδητο κριτικό δοκιμιογράφο, όταν ακόμα υπήρχαν τέτοιοι στον κόσμο:

ο Blake του Eliot είναι ο καλύτερος μη-Blake που θα μπορούσε να υπάρξει και αυτό από μία άποψη σίγουρα δεν είναι και τόσο λίγο. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο Eliot κατανοεί σε βάθος ουσιαστικές παραμέτρους της ποίησης του Blake.
Aυτή η ιδιοτρόπως και παραδόξως "επιτυχημένη απουσία" δεν οφείλεται σε κάποια κριτική ανεπάρκεια ή αντίθετα σε κάποια συνειδητή πρόνοια του Eliot αλλά στο πολύ απλό γεγονός ότι η Μαγεία δεν λέγεται, αλλά βιώνεται κατά την στιγμή της ανάγνωσης ΜΟΝΟΝ από τον "αναγνώστη!
Και βιώνεται με έναν σχεδόν υπερλογικό τρόπο, τον οποίο η γραφή αδυνατεί κατά κανόνα να αναπαράγει και να προσδώσει με άλλον, κριτικό, δοκιμιακό ή ελεύθερο τρόπο στον αναγνώστη τον ήδη μαγεμένο από την ποίηση ή όχι. Βέβαια, από την άλλη, μένουν στο κείμενο του Eliot πολύτιμα στοιχεία, προς χρήσιν όμως μόνον των ήδη "μαγεμένων".

Δεδομένου δε ότι η Ποίηση, όσον αφορά την αναγνωστική πρόσληψή της πάντα είχε να κάνει με ένα μικρό "κοινό" (σε χώρες όπως η Ελλάδα το ποσοστό αυτό είναι ακόμα μικρότερο και μπορεί να το θεωρήσει κανείς ακόμα και αμελητέο ή τουλάχιστον πλήρως περιθωριοποιημένο) και συνιστά με την πλέον επιφανειακή έννοια του όρου "ξένο σώμα" προς αυτήν (και με την βαθύτερη έννοια "ξένο σώμα ως προς την αντιληπτικότητα και την εμβάθυνσή της"), έχει σημασία το μαγικό αποτέλεσμα να είναι παρόν και ποτέ να μην χάνεται.

Δεν μπορεί να χαθεί έτσι κι αλλιώς, γιατί αν αφαιρέσεις την Μαγεία από την Ποίηση, τότε δεν θα σου μείνει παρά ο ίδιος κόσμος στην καθημερινότητά του καθιστώντας έτσι την τέχνη του λόγου δώρον άδωρον.

Γιατί ο Λόγος δεν περιγράφει, αλλά μεταμορφώνει, και αυτό είναι κάτι που σιγά σιγά η ανθρωπότητα το μαθαίνει μέσα και από την διαιώνια μαθητεία της στην Ποίηση.

Friday, April 19, 2013

Η "ιδεολογία" ως θρησκευτικό φαινόμενο και το ξεπέρασμά της



Τι ακριβώς σημαίνει αυτή η παράξενη λέξη "ιδεολογία" η οποία φαίνεται πως εκ των υστέρων και εξ εμπειρίας μας έθεσε σε περισσότερες κακοτοπιές, απ' όσες προετίθετο να μας γλυτώσει, τούτο ας επιχειρήσουμε να διασαφηνίσουμε κατ' αρχάς εν είδει ορισμού: ιδεολογία, ήτοι ο λόγος περί μιας ιδέας, είναι ένα σύνολο αρχών, εκτιμήσεων και σκοπών που έχει στόχο είτε την ανάπτυξη (υλική, ηθική, πνευματική) είτε, ή συναλλήλως, την κατά το ερμηνευτικό δοκούν "απελευθέρωση" μιας κοινωνίας εν συνόλω ή ενός μέρους αυτής.
Κατά συνέπεια, η ιδεολογία είναι ένα θεωρητικό-ερμηνευτικό σχήμα επί του κόσμου που αναζητεί ή έχει ήδη εξακριβώσει τα συγκεκριμένα πρακτικά μέσα για τον επικείμενο θρίαμβό της και γι' αυτό ορίζει πρωτίστως, και με επειγότητα συνήθως, ένα σύνολο μέσων και σκοπών. Με μια διαφορά όμως: προϋπόθεση για την ύπαρξη κάθε ιδεολογίας, τουλάχιστον στις αρχές της εμφάνισής της και στο βαθμό που δεν έχει αποκτήσει ακόμα υλικό αντίκρυσμα και επίτευγμα σε πραγματικότητα είναι η πίστη. Πρέπει να πιστεύει κάποιος εκ των προτέρων  ότι αυτή η ιδεολογία είναι ορθή για να την ασπαστεί, για τον απλούστατο λόγο ότι τίποτε άλλο δεν μπορεί να του εγγυηθεί την επιτυχία μιας ιδεολογίας ει μη αυτή ακριβώς η πίστη. 

Η πίστη όμως, αναγόμενη στο επίπεδο ενός καθολικού οράματος όπως είναι μια ιδεολογία, μας εισάγει κατευθείαν στην περιοχή της καθαρά θρησκευτικής συνείδησης του ανθρώπου και όχι της λογικής. Η πίστη φυσικά ως έννοια δεν ταυτίζεται με την θρησκεία, αλλά στο βαθμό που ο ενστερνισμός μιας θρησκείας είναι αδύνατος χωρίς πίστη (όταν βέβαια αυτός ο ενστερνισμός είναι ειλικρινής και όχι υποκριτικός), τότε η ιδεολογία ως πίστη δεν μπορεί παρά να συγγενεύει με το θρησκευτικό φαινόμενο, κατ' αναλογίαν, αλλά και κατ' ουσίαν.
Για παράδειγμα, ο κομμουνισμός ως ιδεολογία και στον ύψιστο βαθμό παραμόρφωσης και αλλοτρίωσής του κατά τον 20ό αιώνα είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αθρόας μετατροπής μιας θεωρητικής-πρακτικής προοπτικής επί των ανθρωπίνων σε καθαρή θρησκεία. 
Με όλες τις τυπικές και ιερατικές εκδηλώσεις του, με όλα τα κατάλληλα σύμβολα που μπορούν να συμπυκνώνουν μια πίστη και ένα θυμικό σε "ηρωικό" πρόταγμα, με όλη την κάστα ιερέων του, και, εξ όσων γνωρίζουμε έως σήμερα με έναν τουλάχιστον "Πάπα" που διεκδίκησε στα σοβαρά το δικαίωμά του στο "αλάθητο" (ο Στάλιν), αλλά ακόμα και με "Πατριάρχες" (Λένιν, Τρότσκι), οι οποίοι παρά τις αναμφίβολα υγιείς αρχικές προθέσεις τους (κάτι που δεν μπορεί να το ισχυριστεί κάποιος για τον ιδιοτελή εγκληματικό χαρακτήρα του Στάλιν καθώς και την λυσσαλέα δίψα του για εξουσία προς χάριν της εξουσίας και μόνον), και παρά την σε κάθε περίπτωση εκτιμητέα απέχθειά τους προς κάθε είδος θρησκείας και θρησκευτικής συνείδησης,  δεν μπόρεσαν ωστόσο γι' αυτό να αποφύγουν την "αγιοποίησή" τους (αν δεν την επιζητούσαν κιόλας κάποιες στιγμές...) και όλα τα θλιβερά συμπαρομαρτούντα που δηλώνονται στη σχέση ηγέτη από την μια και άκριτου, δουλικού ή τρομαγμένου οπαδού  από την άλλη.

Το κομμουνιστικό όραμα έτσι όπως ξέπεσε στον 20όν αώνα δημιούργησε ακόμα και στρατιές "αιρετικών" οι οποίοι κατά καιρούς αντιμετωπίστηκαν
από τους "ορθόδοξους" με μεγαλύτερο μίσος απ' αυτό με το οποίο αντιμετώπιζαν τον κλασσικό σατανά αστό. Πράγματι, οι "αναθεωρητές", οι ρεβιζιονιστές κάθε είδους όχι σπάνια ήταν στο κέντρο του αναθέματος των κάθε λογής και ιδεολογικής αναφοράς  "ορθοδόξων" μιας και η ελάχιστη παρέκκλιση από τα δόγματα σήμαινε τελεσίδικη προδοσία. 
Παρ'όλ' αυτά, προσωπικά δεν βρίσκω κανένα λόγο να πετάξω το "Κεφάλαιο" του Μαρξ στα σκουπίδια, έστω και αν είμαι πεπεισμένος πως ο "μαρξισμός" από μόνος του δεν μπορεί να επιτύχει κάποια ριζική κοινωνική αλλαγή, ή αν την επιτύχει, το πιθανώτερο είναι να καταλήξει σε γραφειοκρατία και θρησκεία, παρά τις προθέσεις του ιδίου του  Μαρξ. 
Ούτε θα έβλεπα λόγο να μην συμφωνήσω με τον Λένιν σε διάφορα, περισσότερα ή λιγότερα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα μπορούσα ποτέ να δεχθώ την "δικτατορία του προλεταριάτου" ή το "κόμμα νέου τύπου" και χωρίς σε κάθε περίπτωση να μου διαφεύγει στο ελάχιστο ότι ο λεγόμενος "λενινισμός" ήταν η αρχή της βίαιης παραμόρφωσης του κομμουνιστικού οράματος.
Από την άλλη, ο Αναρχισμός, λόγου χάριν, δεν είμαι σίγουρος πως όπως ο "μαρξισμός" δεν οδηγεί και αυτός σε μια καινούργια "θρησκεία", καίτοι από την φύση του διεκδικεί μια απόλυτη ελευθεριακότητα καθώς και μια ασυμβίβαστη πάλη με κάθε δόγμα. Όμως κατά πόσο αυτό ισχύει τελικά; όταν βλέπεις αναρχικούς (παλαιότερους και νεώτερους) να υποστηρίζουν πως "δεν ψηφίζουν σε εκλογές από άποψη αρχών" ή ότι "η Αναρχία δεν έχει σχέση με την Αριστερά" τότε μπορεί να είναι κάποιος βέβαιος, ότι η "θρησκεία" έχει κάνει την εμφάνισή της και εδώ. 

Και σε αυτή την περίπτωση, και παρόλο τον ανεξήγητο δογματισμό που δείχνουν πολλοί αναρχικοί, δεν θα είχα λόγο προσωπικά να μην συμφωνήσω με αρκετές απόψεις διαφόρων αναρχικών θεωρητικών και στοχαστών και να διαφωνήσω βέβαια με άλλες.
Όπως και να έχει, είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατον να χωρέσεις το ανθρώπινο φαινόμενο σε ένα (μόνο) πρόταγμα. 
Αυτό που κατά την γνώμη μου, είναι σώφρον να γίνει από εδώ και πέρα, και όσον αφορά την πολιτική εκτίμηση και δράση, είναι ένας υψηλού επιπέδου σκεπτικιστικός συγκριτισμός και απροκατάληπτος εκλεκτισμός.
Πρώτα πρέπει να διαλέξει κανείς ό,τι έμεινε σταθερό από όλες αυτές τις παραμορφώσεις και διαστροφές της ιδεολογίας σε θρησκεία και κατόπιν να ορίσει ένα δεύτερο επίπεδο μεταβαλλομένων αντιλήψεων και θεωρήσεων οι οποίες θα πρέπει να επιλέγονται, συνδυάζονται και απορρίπτονται κατά περίσταση.

Κατά συνέπεια κρατάει κανείς πρώτα ως σταθερές τις έννοιες της Δημοκρατίας και της Αριστεράς. Όσον αφορά την πρώτη, εννοείται φυσικά η Άμεση Δημοκρατία, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως θα ήταν ιδιαίτερα έξυπνο να σνομπάρει ή να αναθεματίσει κάποιος και αυτήν την αλλοτριωμένη, αντιπροσωπευτική-κοινοβουλευτική "δημοκρατία" ως κατάκτηση και μέσο αγώνα. Γιατί το κοινοβούλιο ορισμένως είναι ιστορική κατάκτηση και χρειάστηκε να χυθεί πολύ αίμα για να υπάρξει. Ναι μεν, πρόκειται για αλλοτρίωση, αλλά θα είναι ασφαλώς πολύ χειρότερο αν την θέση αυτής της αλλοτρίωσης πάρει για παράδειγμα η αλλοτρίωση μιας ...στρατιωτικής χούντας!
Πάντα θα πρέπει να διατηρούμε κάτι, μέχρι να είμαστε σίγουροι ότι μπορούμε να το αντικαταστήσουμε επιτυχώς με κάτι ανώτερο (και όχι χειρότερο!).
Όσον δε αφορά την δεύτερη έννοια, την Αριστερά, αυτή πρέπει να εκτιμάται κυρίως ως κοινωνική δικαιοσύνη και σοσιαλισμός (με την τάση το Κράτος να εξαφανιστεί και με την απόρριψη κάθε έννοιας δικτατορίας του προλεταριάτου).


Σε επίπεδο δεύτερο, μεταβαλλομένων ή "μη σταθερών" εννοιών, μπορεί να συνυπάρχουν κομμουνιστικές, σοσιαλιστικές. ρεφορμιστικές, αυτόνομες, ελευθεριακές,  αναρχοκομμουνιστικές, αναρχοατομικιστικές ιδέες και θεωρήσεις, πάντα μέσα από ένα πρίσμα συγκριτικής επιλογής και στιγμιαίας  ή περιστασιακής χρησιμότητας και παραμερισμού τους!

Θα πρέπει να γίνει κάποτε αντιληπτό πως η ευφυία, και δη στην πολιτική εκτίμηση, συνίσταται ακριβώς σε αυτό: στην συγκριτική ικανότητα διαλογής και ενσωμάτωσης κατά περίσταση στοιχείων, ιδεών, "αρχών" που από μόνες τους και έτσι όπως έχουν διατυπωθεί ή πραγματωθεί έως σήμερα, δεν ορίζουν επιθυμητό στόχο, όμως λόγω της πιθανής στιγμαίας αποτελεσματικότητάς τους ή του συγκριτικώς επαρκέστερου τους για μια δεδομένη περίσταση, πρέπει αδίστακτα να υιοθετούνται και μετά να αφήνονται κατά μέρος, όταν η περίσταση απαιτεί μια άλλη τακτική και οπτική! 

Με λίγα λόγια, θα πρέπει να ανακαλύψουμε ξανά την δοκιμή και το πείραμα.

Γιατί το κακό είναι πως κατά κανόνα οι άνθρωποι ρέπουν προς την θρησκευτική συνείδηση. Τούτο σημαίνει απλά πως δεν επιθυμούν τόσο ένα αποτέλεσμα όσο μια αιτία ζωής. Μια ιδέα για την οποία αξίζει να ζουν και βάσει αυτής να διαμορφώνουν τον χαρακτήρα και την ζωή τους. Όπως λοιπόν καταλαβαίνει κανείς, η μονολιθικότητα και ο δογματισμός είναι επίμονες έξεις στην ανθρώπινη φύση, αλλά δεν πρέπει να θεωρούνται απόλυτες. Μπορούν να μετριασθούν ή και να εξαφανιστούν μετά από σκληρή ομολογουμένως προσπάθεια.

Το δίλημμα σε κάθε περίπτωση είναι το εξής: είναι προτιμώτερο οι άνθρωποι να πιστεύουν σε ιδέες ή να έχουν ιδέες;
Είναι προτιμώτερο να ζούνε για μια ιδέα, ή να δημιουργούνε την ιδέα;
Είναι πολυτιμότερη μια ιδεολογική "ταυτότητα" από το αποτέλεσμα;

Ανάλογα με το πώς θα απαντήσει σε αυτό το δίλημμα ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά, κρίνεται και το κατά πόσο θα αφεθεί οριστικά πίσω όλο αυτό το χάλι του ανορθολογισμού, της μονολιθικότητας και του φανατισμού καθώς και της τερατώδους θρησκευτικότητας που παρασίτισε και τελικώς κατάπιε κατά τα άλλα λιγότερο ή περισσότερο χρήσιμες και αναγκαίες θεωρήσεις· κατά πόσο εν τελεί μπορεί να ξεπεραστεί κάποτε κάθε ιδεολογική δυστοπία, από την αποφασισμένη ωριμότητα κάθε ενδιαφερομένου, αν βέβαια ο   τελευταίος έχει την στοιχειώδη εξυπνάδα να μην επαναλάβει τα ίδια λάθη που ταλαιπώρησαν τόσο πολύ το όραμα της κοινωνικής απελευθέρωσης κατά τους δυο τελευταίους αιώνες.



Sunday, February 3, 2013

'Ελληνας λογοτέχνης: ένας διαρκής αναχρονισμός


Η λογοτεχνία και οι διαδικασίες της δεν συνιστούν και δεν μπορούν να συνιστούν μια πολιτισμική νήσο έξω από τον χρόνο και τις μεταμορφώσεις του, ακόμα και όταν ένα (αυθεντικό) λογοτεχνικό έργο προκύπτει από μια τέτοια λογική του συγγραφέα του και την προασπίζει.  
Πρόκειται μάλλον για ένα σημείο αναστοχασμού της κοινωνίας και των σχέσεών της, όπως επίσης και για μια προσπάθεια εκ νέου ορισμού και ανακατεύθυνσης του συλλογικού "δέοντος" μέσα από τα ήδη υπάρχοντα κοινωνιοψυχογραφικά δεδομένα. 
Από αυτήν την άποψη η λογοτεχνία δεν είναι ποτέ μια στυλιστική αντανάκλαση του Είναι (μια παρερμηνεία, στην πρόθυμη δυστυχία της οποίας έχουν περιπέσει κατά καιρούς εκατοντάδες Έλληνες λογοτέχνες), αλλά ένας "συσσωρευτής" προωθημένου πνεύματος προς μια εν δυνάμει συνολικότερη ώθηση της κοινωνίας για να βγει από τα τυχόν αδιέξοδά της, τις συμβάσεις της και τους περιορισμούς της.
Από αυτήν την άποψη η λογοτεχνία δεν περιγράφει έναν κόσμο, αλλά, στο βαθμό που είναι βαθειά εμπνευσμένη, τον αναπλάθει.

Όμως η μεταρρυθμιστική ή (μη άμεσα) επαναστατική ουσία της λογοτεχνίας δεν είναι αυτονόητη, σε κάθε περίπτωση, από το σύνολο των ενδιαφερομένων. Ιδιαίτερα σε χώρες εξαιρετικά καθυστερημένες από πολιτισμική άποψη όπως η Ελλάδα η οποία κατά τους τελευταίους αιώνες δεν γνώρισε Αναγέννηση, Διαφωτισμό, μια σοβαρή αστική τάξη κλπ., ει μη έναν άκρως συντηρητικό και, σε μείζον ποσοστό, υποπνευματικό τουρκοχριστιανοορθόδοξο πολιτισμό, μάλλον το αντίθετο τείνει να γίνει αυτονόητο: ο Έλληνας λογοτέχνης κατά κανόνα νοιώθει ότι πρέπει να "διασώσει" κάτι και όχι να το ξεπεράσει, αισθάνεται την ανάγκη συνήθως να "προφυλάξει" μια (αμφισβητούμενη) "κληρονομιά" και όχι να την εκθέσει στην μεταμορφωτική  βορά του χρόνου· πρόκειται για άτομο κατά κανόνα βαθειά συντηρητικό όσες και αν είναι οι "προοδευτικές" αιτιάσεις και δικαιολογίες του στα λεγόμενα και τα γραπτά του.

Από την άλλη, αυτή η συντηρητική, προστατευτική κίνηση του Έλληνα λογοτέχνη που στο πλείστον των περιπτώσεων και με μαθηματική ακρίβεια καταλήγει σε μεταμφιεσμένη λαογραφία και οπισθοδρομική λατρεία των διακοινωνικών σχέσεων του παρελθόντος, δεν θα μπορούσε παρά να δημιουργήσει και ένα απωθημένο "κοσμοπολιτισμού". Γιατί είναι αλήθεια πως ο Έλληνας λογοτέχνης μην μπορώντας να ξεφύγει από την μιά από την στοργική αγκαλιά ενός γραφικού παρελθόντος, για το οποίο ο ίδιος νοιώθει την ανάγκη να το συντηρήσει έναντι ενός σαρωτικού παγκόσμιου βηματισμού του χρόνου που καταπίνει τα πάντα και δεν αποδίδει πολιτισμικές "αποζημιώσεις"  στους μη έχοντες ήδη σοβαρό πολιτισμό (όπως η Ελλάδα των δύο τελευταίων αιώνων), νοιώθει ακόμα την επιπρόσθετη ανάγκη να ταυτίζεται ολοένα περισσότερο και  σε επίπεδο προσωπικό, διακοινωνικής συμπεριφοράς και οραματισμού ζωής με μορφές της ευρωπαϊκής ή αμερικάνικης λογοτεχνίας. Γι' αυτό και πάντα έχουμε στην Ελλάδα φαινόμενα έξαλλου πιθηκισμού στην προδιάθεση και το λογοτεχνικό lifestyle, όπως wannabe Eliots, wannabe Kerouacs κλπ.

Αυτή η αντινομία (και η οποία ποτέ δεν μετασχηματίζεται σε δημιουργική αντίφαση, πλην μεμερισμένων περιπτώσεων) που χαρακτηρίζει την ελληνική λογοτεχνία, συνήθως καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα: συντηρητισμός στην γραφή από τη μια, ενώ από την άλλη, κακοταιριασμένη "κοσμοπολίτικη" ατμόσφαιρα στην αντίληψη (και όχι στο τρόπο) ζωής.
 
Είναι αλήθεια σε κάθε περίπτωση πως στον ίδιον άνθρωπο, τον ίδιο Έλληνα λογοτέχνη, συναντούμε κατά κανόνα τους πτωχευμένους απόηχους ενός Κόντογλου και ενός Θεοτοκά μαζί.

Σε επίπεδο λογοτεχνικής γραφειοκρατίας  τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα. Στην Ελλάδα οι καθαρά εξωλογοτεχνικές διαδικασίες της λογοτεχνίας (εκδόσεις, εκδηλώσεις, κλίκες, αντιπαλότητες μεταξύ κλικών κλπ.) τείνουν να γίνουν η ουσία (και όχι το αποβλητέο πάρεργο) της λογοτεχνικής ζωής σε αυτή την χώρα.

Σπάνια οι Έλληνες λογοτέχνες ασχολούνται σοβαρά με το καθαρά πνευματικό μέρος της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής. Η όλη κρίση (φοβική και αμυντική συνήθως) και προδιάθεσή τους είναι καθαρά από την πλευρά μιας αυτοσυντηρούμενης κλίκας ή παρέας στην οποία ανήκουν. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για το τι γράφει κάποιος, αλλά για το σε ποια κλίκα ενδεχομένως ανήκει, και κατ' ακολουθία καθορίζεται και η στάση απέναντί του.

Όπως είναι λογικό, μια τέτοια εξωλογοτεχνική και παραλογοτεχνική δραστηριότητα του συντριπτικά μεγαλύτερου ποσοστού των εν Ελλάδι  λογοτεχνών (είτε αυτοί είναι  αρχηγίσκοι μιας κλίκας είτε ακολουθούντες και δουλοπρεπείς "επενδυτές" που ελπίζουν πως μια μέρα θα ανταμειφθούν από τα αφεντικά τους με μια κάποια "αναγνώριση") έρχεται να συντηρητικοποιήσει ακόμα περισσότερο τα πράγματα, αν λάβουμε υπ' όψη την εξαιρετικά οπισθοδρομική και "προστατευτική" αντίληψη του Έλληνα λογοτέχνη για το "παρελθόν" , όπως περιεγράφη λίγο παραπάνω.

Το θέαμα που κάποια στιγμή παράγεται από τον όλο αυτό συνδυασμό αντινομιών είναι κάτι περισσότερο από τραγελαφικό: 
άνθρωποι βαθειά ξεκομμένοι από τις πιο ζωντανές και μεταρρυθμιστικές δυνάμεις της κοινωνίας τους, ασχολούνται και μεριμνούν κατά το πλείστον του χρόνου τους  για τον "έλεγχο" των κεντρικών σημείων της πνευματικής παραγωγής (εν είδει αντιπάλων μαφιόζικων συμμοριών που αντιμάχονται για τον έλεγχο των "μαγαζιών"),  αλλεπάλληλες συσσωρεύσεις εκδηλώσεων και εκδηλώσεων (με το ίδιο πάντα κοινό των 50-100 ατόμων) λογοτεχνικής νεκροφιλίας και νοσταλγικής αναμνησιολογίας διαφόρων παρελθόντων αυτής της χώρας, σύσταση  λογοτεχνικών "γενεών" κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση (το χόμπυ του Έλληνα λογοτέχνη ειναι να δημιουργεί λογοτεχνικές "γενεές" και να ανήκει και ο ίδιος σε κάποια από αυτές), μικρομεγαλισμός στην εκφορά γνώμης και στα μέσα μαζικής ενημέρωσης όταν σπάνια θα ασχοληθούν με αυτούς, σεχταρισμός και υστερία στην αντιμετώπιση των "εχθρών", μετατροπή των διαφόρων μικροεκδοτών σε παραρτήματα κλικών στην αναζήτηση ενός μικρομεροκάματου δόξας μέσα στο όλο χάος, γραφή μέτρια και ακολουθούσα μια άχρωμη ελληνική των 50 ή 500 λέξεων (κάποτε θα πρέπει να ερευνηθεί ιδιαίτερα η βαθειά προγλωσσική ύπνωση  των Ελλήνων λογοτεχνών καθώς και ο ρόλος τους στην καταστροφή και την ισοπέδωση μιας γλώσσας στο όνομα μάλιστα της προάσπισής της), βαθύ κόμπλεξ απέναντι στους πραγματικά ταλαντούχους συγγραφείς και ποιητές, τους οποίους μην μπορώντας να αντιμετωπίσουν σε επίπεδο γραφής και ποιότητας, επιχειρούν να τους απομονώσουν με καθαρά παραλογοτεχνικές διαδικασίες.

Όλα αυτά βέβαια, είναι τα θλιβερά πάρεργα μιας εξόχως τραγελαφικής αντινομίας που γίνονται ουσία: τα αποτελέσματα στα οποία οδηγείται η πνευματική ζωή μιας χώρας η οποία μην τολμώντας να  χειραφετηθεί από αυτό που ποτέ δεν ήταν, καταλήγει εν τέλει σε κάτι που δεν θα γίνει ποτέ. 

Μα το πιο τραγικό δεν ελέχθη ακόμα και δεν είναι άλλο από το εξής:  
 ο Έλληνας λογοτέχνης δεν έχει αλλάξει καθόλου εδώ και δεκαετίες. Θυμηθείτε τον στην δεκατία του 80, του 90 και την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Ο ίδιος πάντοτε γυρολόγος και μικρογραφειοκράτης, με κάποια έκδοση στο μυαλό του ή κάποια νεκροφιλική έκδηλωση, συζητώντας για ανούσια θέματα στο επίπεδο μιας μεσημβρινής κουτσομπολίστικής τηλεοπτικής εκπομπής. Με λίγα λόγια, ο ίδιος πάντοτε απομονωμένος από τις εξελίξεις της εποχής του άνθρωπος, που πιστεύοντας ότι προφυλάσσει ή προστατεύει ένα "παρελθόν" δεν κάνει τίποτε άλλο από το να συντηρεί, και να αυτοσυντηρείται ο ίδιος σε, μια κάστα απομονωμένων και τραγικά ξεπερασμένων από την εποχή τους ανθρώπων.

Η περιθωριοποίηση της ελληνικής λογοτεχνίας εν συνόλω, δεν έρχεται ως αποτέλεσμα της χαμηλής αναγνωστικής διάθεσης ή παιδείας του κόσμου, όπως αυτάρεσκα και με υπερφίαλη βλακεία πιστεύουν άνθρωποι που γράφουν μέτρια έτσι κι αλλιώς. Έρχεται ως η φυσιολογική συνέπεια της αυτοπεριχαράκωσης, της δειλίας, της φοβίας, της αυτοσυντήρησης απέναντι σε μια κοινωνία που μετέρχεται συνταρακτικές ανακατατάξεις και απέναντι στις πιο ζωντανές και ριζοσπαστικές τάσεις αυτής της τελευταίας.  
Με λίγα λόγια, εδώ ο κόσμος χάνεται και ο Έλληνας λογοτέχνης καμώνεται σαν να μην τρέχει τίποτα· συνεχίζει απτόητος τα αφιερώματα και τις εκδηλώσεις για τον Ελύτη και τον Ρίτσο και αναστενάζει μελαγχολικά για τους χαμένους παραδείσους της ελληνικής λαογραφίας και ηθογραφίας.

Σίγουρα αυτή η κατάσταση έχει κακοφορμίσει και όζει πλέον, και χρειάζεται κάτι άλλο. Κάτι άλλο, του οποίου τα πρώτα υγιή σημάδια μπορεί να ανιχνεύσει κάποιος εδώ και εκεί, αλλά δεν συνιστά ακόμα ένα συμπαγές όλον (και δεν είναι ευκταίο, θα πρέπει να λεχθεί και αυτό, να προβάλλει ως "όλον"·  ο κίνδυνος μιας νέας εξουσιαστικής τάσης και γραφειοκρατίας, θα πρέπει να αποφευχθεί εξ αρχής).

Όμως το θέμα δεν είναι να αντιτάξει κάποιος ένα "αντίπαλο δέος" απέναντι σε ένα σύνολο παρωχημένων και οπισθοδρομικών ανθρώπων που ήδη έχουν αποβληθεί από την δρώσα ζωή μιας χώρας ή εμμένουν στο περιθώριό της, όπως είναι οι Έλληνες λογοτέχνες.
Ούτε φυσικά να δημιουργηθεί ένας εναλλακτικός κόσμος, μια εναλλακτική κουλτούρα, γιατί το ζητούμενο δεν είναι να αντιπαραταχθεί μια αλλη λογοτεχνική μικροεξουσία στην ήδη υπάρχουσα, αλλά να καταστραφεί κάθε έννοια εξουσίας στα πνευματικά πράγματα.

Και αυτό, μονάχα μια αυτοδιευθυνόμενη λογοτεχνία μπορεί να το εγγυηθεί, και αξίζει σίγουρα να δούμε το πώς και το γιατί, κάποια άλλη φορά.