Tuesday, March 18, 2014

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΑΚΙ, ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ, ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ (Μέρος Β΄)


23. Στο σκάκι η έννοια του Zwischenzug είναι καθοριστικής σημασίας, κυρίως όσον αφορά μια επιτυχημένη επίθεση. Είναι η ενδιάμεση κίνηση ανάμεσα σε δυο κινήσεις ή σειρές κινήσεων που αποφασίζει συνήθως την έκβαση της παρτίδας προς όφελος αυτού που την κάνει.

24. Ένα παράδειγμα "ενδιάμεσης κίνησης" είναι όταν κατά την στιγμή της επίθεσης στο αντίπαλο ροκέ, κλείνεις πρώτα την κεντρική έξοδο του αντιπάλου βασιλιά από την στήλη ε με τον πύργο σου στο ε1. 
Φυσικά μπορούν να υπάρξουν άφθονα ή αρκετά παραδείγματα της ενδιάμεσης κίνησης που όλα ωστόσο και σε τελική ανάλυση μας δείχνουν μια βασική αλήθεια όχι μόνο του σκακιού, αλλά επίσης της Ιστορίας και της  Ζωής:
Πάντα τα ουσιαστικά στον κόσμο τελούνται στα "μεσοδιαστήματα", ανάμεσα στις εκφάνσεις του πραγματικού και όχι σε αυτές  τις τελευταίες  . 
Η ζωή είναι μεσοδιάστημα και η ουσία της ζωής είναι πάντα μια "ενδιάμεση κίνηση".

25. Οι περισσότεροι άνθρωποι αγνοούν την "Zwischenzug" στην ζωή τους. Περιδιαβαίνουν την ορατότητα και την εμπειρία της πάντα ανάμεσα σε φανερές, "ορατές" κινήσεις. 
Κάποια στιγμή  όμως καθώς εξακριβώνουν και αναλύουν με χονδρικό τρόπο συνήθως τις σειρές των αιτιοτήτων σε γεγονότα της ζωής τους δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί το αποτέλεσμα δεν ήταν το προβλεπόμενο ή αναμενόμενο.
Λείπει κάποια Zwischenzug από εκεί, τις πιο πολλές φορές τόσο λεπταίσθητη στην σύλληψη και εφαρμογή της ώστε κανόνα αγνοείται στα "σχέδια". Και όμως είναι αυτή που πάντα αποφασίζει.

26. Κατ' αναλογία η Ιστορία είναι μια ακολουθία Zwischenzüge που κάποια στιγμή οδηγούνε αναπόφευκτα  σε "φανερά", "κοσμογονικά", "ιστορικά" γεγονότα. 

27. Στην πραγματικότητα ό,τι "μετράει" και έχει νόημα  στο σκάκι, δεν είναι παρά οι σίγουρες, θετικές, αποτελεσματικές κινήσεις. Όλο και όλο που χρειάζεται ένας παίκτης είναι μια καθαρή κρυστάλλινη θέα της ακολουθίας των αιτιοτήτων μέσα στο μυαλό του.
Δεν είναι όμως τόσο εύκολο. Ό,τι φαντάζει τόσο "λογικό" ή τόσο φυσικό όπως η σειρά αιτία-αποτέλεσμα-νέα αιτία είναι κάτι που η λογική από μόνη της και χωρίς μια ισχυρή οραματική δύναμη του μυαλού  δεν μπορεί να την συλλάβει με ακρίβεια. 

28. Η Φαντασία είναι ίσως η κορύφωση της Λογικής, και αυτό δεν εννοούν όσοι αντιπαραθέτουν την μια στην άλλη.

29. Δεν υπάρχει από "εδώ" η Λογική και από "εκεί" η Φαντασία. Δεν υπάρχει καν κάποιος "συνδυασμός" ή "προσθετική μείξη"  μεταξύ τους ει μη μόνο ένα είδος "συνλειτουργικότητας" που δεν ξεχωρίζει την μια από την άλλη κατά την στιγμή της τέλεσης της νοητικής δραστηριότητας.
Πολύ απλά, η Φαντασία είναι το ανώτερο στάδιο ή η κορύφωση της Λογικής. Όμως παρά το αξεχώριστό τους πρόκειται για διαφορετικές "ουσίες".

30. Μια "επόμενη", "ανώτερη" (όχι αξιολογικά αλλά με την έννοια της διαδοχής) κατάσταση σύλληψης του πραγματικού δεν είναι κατ' ανάγκην "ομοούσια" με αυτήν από την οποία προήλθε.

31. Λέμε συνήθως:  το αίτιο α θα οδηγήσει στο αποτέλεσμα β· αυτό το αποτέλεσμα β με την σειρά του δεν μπορεί παρά να αποτελέσει το αίτιο α΄ για το αποτέλεσμα β΄ κλπ. κλπ.
Προσέξτε κάτι· η πρόβλεψη και ερμηνευτική του μέλλοντος των αιτιατών ακολουθιών εδώ δεν είναι παρά οραματική σύλληψη, πρόβλεψη με βάση μια "λογική" αναμονή. Αυτή η διαδικασία από μόνη της δεν είναι μόνο φαντασιακή αλλά και φανταστική, όχι άμεσα "πραγματική". Δεν υπάρχει μόνο στο μυαλό μας, δεν την "φανταζόμαστε" απλά, αλλά κυρίως δεν υπάρχει καν και με κανένα τρόπο κατ' εκείνη την στιγμή. Μονάχα το νοούν υποκείμενο βεβαιώνει περί της στιγμιαίας "παρουσίας" της στο μυαλό του .
Και όμως είναι το μοναδικό σοβαρό ίχνος του πραγματικού πάνω στο οποίο μπορούμε να βασιστούμε.

32.  Η Λογική είναι αναμονή, η Φαντασία είναι η σάλα αναμονής.

33. Η Λογική είναι συγκλίνουσα, η Φαντασία είναι "αποκλίνουσα". Η πρώτη κινείται πάντα ανάμεσα σε "μέρη", η δεύτερη είναι σύλληψη ενός "Όλου".
Φεύγει, αποχωρεί από τα Μέρη για να δει το Όλο τους. 

34.  Η Λογική είναι toccata -άγγιγμα, η Φαντασία fuga - φυγή.

35. Η Φαντασία είναι "έκκεντρο"· εξ αυτής σε τελική ανάλυση και η "εκκεντρικότητα" ενός πραγματικού καλλιτέχνη ή ενός σκακιστή· ό,τι τέλος πάντων η συμβατική και flat νοημοσύνη εκλαμβάνει ως "εκκεντρικότητα".

36.  Οι άνθρωποι χωρίς Φαντασία είναι επίσης και οι ελάχιστοι στην Λογική.

37. Είναι όπως μια fuga του Bach ή του Buxtehude. Οι νότες δραπετεύουν, φεύγουν, και σε αυτή την φυγή τους περιδινίζονται και διακλαδίζονται μεταξύ τους καθώς απλώνονται σε όλη την επιφάνεια του μυστηριώδους Τείχους του Είναι, ωσάν σκακιστικές βαριάντες, ως εάν ακόμα παράξενα μιας άλλης διάστασης αναρριχητικά φυτά.
Φωτεινά και ολοδιάφανα, δίδοντας σχεδόν μια "κρυστάλλινη" ή υαλώδη φωσφορίζουσα των απογευματινών χρωμάτων εντύπωση και γέμοντα μιας άγνωστης ακόμα ουσίας ζωής.

38. Το έτος 1972 και κατά την διαδραμάτιση του ματς για τον παγκόσμιο τίτλο στο Ρεϋκγιάβικ ανάμεσα στον Αμερικανό Bobby Fischer και τον Ρώσο Boris Spassky, συνέβησαν τα απίστευτα "εκκεντρικά" στιγμιότυπα από την πλευρά του Αμερικανού σκακιστή, γνωστού ήδη όχι μόνο για την ιδιοφυία του παιγνιδιού του αλλά και για τις ιδιοτροπίες του.
Ο Fischer απείλησε ότι θα αποχωρήσει από την διεκδίκηση του παγκοσμίου τίτλου αν δεν ικανοποιούντο τα αιτήματά του όσον αφορά την διεξαγωγή του ματς, αιτήματα που κατά κύριον λόγον είχαν να κάνουν με οικονομικές διεκδικήσεις, αλλά και με άλλα ζητήματα. 
Χρειάστηκε η μεσολάβηση ενός Βρεττανού τραπεζίτη και ένα αγωνιώδες τηλεφώνημα από τον ...Henry Kissinger για να πεισθεί να προσέλθει στο ματς και αφού ήδη δεν είχε παρευρεθεί στις πρώτες δυο παρτίδες με αποτέλεσμα ο Spassky να έχει ένα "έτοιμο" προβάδισμα 2-0 κατά την πρώιμη αρχή του ματς .

39. Το γεγονός ότι ο Fischer μπόρεσε να αναστρέψει την όλη έκβαση του ματς υπέρ του με μια σειρά θεαματικών, επικών παρτίδων που κατέληξαν στην τελική νίκη του επί του Spassky με σκορ 12½–8½ και να αποκτήσει τον παγκόσμιο τίτλο, δεν δείχνει παρά μια αναμφισβήτητη αλήθεια:
Πρακτικός, αποτελεσματικός είναι εκείνος που "σπάει" τους κανόνες.

40. Στο Ρεϋκγιάβικ του 1972 δεν συγκρούστηκαν δύο πολιτικά συστήματα και οι κόσμοι τους, όπως πολλοί νόμιζαν τότε. Ο Fischer ως ευφυής άνθρωπος βέβαια δεν μπορούσε παρά να αντιπαθεί σφόδρα την ανελευθερία και τον σταλινικό ολοκληρωτισμό του σοβιετικού συστήματος, όπως επίσης αντιπαθούσε και τις τακτικές των σοβιετικών παικτών που συνήπταν "στημένες ισοπαλίες" μεταξύ τους στα τουρνουά για να αποκτούν συνολικά ως ομάδα ένα πλεονέκτημα.
Από την άλλη όμως κάθε άλλο παρά είχε και σε μεγάλη εκτίμηση το "αμερικάνικο όνειρο" και τις συντεταγμένες του: 
"Americans want to plunk in front of a TV and don't want to open a book ..." είχε δηλώσει κάποτε (ο κατοπινός μετά από πολλά χρόνια Fischer είναι μια άλλη ιστορία και δεν έχει νόημα να μας απασχολήσει εδώ) .

41. Στο Ρεϋκγιάβικ του 1972 συνεπώς δεν συγκρούστηκαν οι ΗΠΑ με την ΕΣΣΔ, αλλά η ατομικότητα με την ομάδα, μια σύγκρουση που κατέληξε σε θρίαμβο της πρώτης.

42. Η ιδιοφυία είναι πάντα ατομικιστική και τυχοδιωκτική όσο δεν πάει άλλο.
Οι πολύ αδύναμοι άνθρωποι αναζητούν προστασία στην θαλπωρή κάποιας ιδεολογίας ή "ομάδας" ανθρώπων.

43. Σε αυτόν τον κόσμο αν δεν ξέρεις να πορεύεσαι μόνος σου και να στηρίζεσαι μόνον στον εαυτό σου, θα καταλήξεις ένα res vocale μιας ρωμαϊκής εποχής. Θα είσαι η φωνή κάθε άλλου πράγματος παρά της ιδικής σου ουσίας .
Η Ομιλία όμως είναι έννοια ταυτόσημη της έννοιας "Εγώ". 
Ο Λόγος γενικώτερα είναι εξατομίκευση, όχι "συλλογικοποίηση".

44. Το αυτό συμβαίνει και στην τέχνη. Μονάχα οι ατομικότητες είχαν, έχουν και θα έχουν νόημα να υπάρχουν και θα διαρκέσουν. Οι ανήκοντες σε "ομάδες", "ρεύματα", "κλίκες", "δημοσιοσχεσίτικες φωλιές" κλπ. είναι καταδικασμένοι στην μετριότητα και την εξάλειψή τους από το βαρύ, αδυσώπητο βηματισμό του Χρόνου.

45.  Γιατί ο Χρόνος "εκτιμά" μονάχα τις Μονάδες, όχι τα πλήθη. 
Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος ύπαρξής του Χρόνου: η Μονάδα· ειδάλλως τα πάντα θα είχανε παραμείνει  στο αρχέγονο, αδιαφοροποίητο και κατά μία έννοια "ομαδικό" χάος.

46. Η Μεγάλη Toccata και Fuga του Χρόνου είναι για πραγματικές ποιητικές και τυχοδιωκτικές φύσεις, όχι για φοβισμένους "ακολούθους".



                                                               (συνεχίζεται)



Saturday, March 8, 2014

JOHANN LUDWIG KREBS: ένας μεγάλος συνθέτης του γερμανικού baroque εκκλησιαστικού οργάνου


 

Η παροιμία λέει σαφώς πως "με όποιον δάσκαλο καθήσεις, τόσα γράμματα θα μάθεις". Με δάσκαλο τον Johann Sebastian Bach, θα έλεγε κάποιος πως απαγορεύεται ή είναι όλως απαράδεκτο να μην προκύψεις και είσαι καλός συνθέτης και στην συγκεκριμένη περίπτωση ένας έξοχος, κατά κύριον λόγο, οργανίστας συνθέτης.

Ιδιαίτερα δε αν ο Bach σε θεωρούσε και ως τον πιο "καλό μαθητή" του.

Αυτή είναι η ιστορία ενός πολύ μεγάλου μάστερ του γερμανικού baroque εκκλησιαστικού οργάνου, του Johann Ludwig Krebs (1713 - 1780), του οποίου η εξαίρετη μουσική δημιουργία περιέπεσε στην αφάνεια επί μακρόν, όπως άλλωστε και του δασκάλου του, Johann Sebastian Bach (αλλά και του δασκάλου του Bach, του ιδιοφυούς και πρωτοποριακού Dieterich Buxtehude) για να αρχίσει να ανασύρεται από την λήθη σχεδόν δύο αιώνες μετά (για τον Bach χρειάστηκε "μόλις" ένας αιώνας για να βγει από την αφάνεια και να αποκτήσει την παγκόσμια φήμη που έχει έως σήμερα).

Ο Johann Ludwig Krebs γεννήθηκε στο Buttelstedt και ο πατέρας του υπήρξε ένας γνωστός οργανίστας στους καιρούς του.
Αφού μαθήτευσε παρά τω πλευρώ ενός, όπως ήδη προελέχθη, Johann Sebastian Bach και έχοντας επιδείξει άρτιες εκτελεστικές ικανότητες μαζί με μια ευχέρεια και δυναμική στην αντίστιξη που συναγωνιζόταν εκείνη του δασκάλου του, προσπάθησε ανεπιτυχώς να βρει μια θέση οργανίστα σε κάποιον καθεδρικό ναό για να αρκεστεί τελικώς σε μικρότερες θέσεις, φτάνοντας μάλιστα κάποτε στο σημείο να δουλέψει για φαγητό και όχι για χρήματα για να θρέψει τα επτά παιδιά του.

Έχει λεχθεί πως ο καιρός του δεν ευνοούσε πλέον τους baroque συνθέτες, και αυτό είναι σίγουρα κάτι που εξηγεί ικανοποιητικά τις βιοποριστικές δυσκολίες του Krebs. 
Όμως σε καμμία περίπτωση, πιστεύω, δεν ήταν η μουσική του "old fashioned" στην εποχή του, όσο και αν το galant στυλ είχε κατακτήσει τότε το ευρωπαϊκό σύμπαν.
Ο λόγος γι' αυτό, είναι ότι εγώ προσωπικά τουλάχιστον δεν θεωρώ τον Krebs ακριβώς ή μόνο baroque συνθέτη. 
Σίγουρα, η κυρίαρχη τάση του έτσι όπως φαίνεται στην σύνθεσή του είναι baroque, όμως είναι ταυτόχρονα, έχω  την εντύπωση,  και κάτι "άλλο".
Με τρόπο που φέρνει στo νου και τηρουμένων των αναλογιών ανάμεσα σε κατά πολύ διαφορετικές μουσικές εκφράσεις την  μουσική του Telemann που πάει σαφώς πολύ πέρα από το baroque. 

 

Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, δεν έχουμε εδώ το βορειογερμανικό baroque, έτσι όπως το συνηθίσαμε από τον Buxtehude και τον Bach και ίσως ο όρος "μετα-baroque" σε αυτή την περίπτωση δεν είναι και τόσο αδόκιμος.

Πραγματικά εξαίρετος συνθέτης, στα δε καλύτερα έργα  του στο εκκλησιαστικό όργανο συναγωνίζεται άνετα τον Johann Sebastian Bach, και είναι θέμα χρόνου και μόνο, έστω και αρκετά καθυστερημένα ο Krebs να αποκτήσει μια τεράστια φήμη στο κοινό της κλασσικής και baroque μουσικής, με τη  συνδρομή φυσικά των καταλλήλων ηχογραφήσεων, όπως για παράδειγμα της μνημειώδους ηχογράφησης της Beatrice-Maria Weinberger που περιλαμβάνει σε εννέα volumes-CDs το σύνολο έργο του Krebs για   το εκκλησιαστικό όργανo.
Άψογη δουλειά από μια από τις πιο λαμπρές ερμηνεύτριες του εκκλησιαστικού οργάνου στην εποχή  μας· αξίζει οι φίλοι του γερμανικού baroque οργάνου να αγοράσετε την σειρά, θα εκπλαγείτε τόσο από τον ήχο όσο και από την εκτελεστική απόδοση του έργου του Krebs.

Ως ένα μικρό δείγμα της πολύ μεγάλης τέχνης του Krebs μπορείτε να ακούσετε στο κατωτέρω βίντεο ένα από τα πλέον γνωστά κομμάτια του συνθέτη , το πραγματικά πανέμορφο Fantasy for Oboe and Organ In F Minor με τον Vladimir Kurlin στο όμποε και τον Sergei Tsasorin στο όργανο .





Monday, February 17, 2014

MAURICE RAVEL: "Piano Concerto In G Major - Encore: La Valse" by Alice Sara Ott



Το πανέμορφο "Κονσέρτο για Πιάνο σε σολ μείζονα" του Maurice Ravel σε ερμηνεία από την  πολύ ταλαντούχο Γερμανο-Ιαπωνίδα σολίστ Alice Sara Ott και με τον Lorin Maazel να διευθύνει την Φιλαρμονική Ορχήστρα του Μονάχου.

Αξίζει να ακούσετε αυτό το κονσέρτο όσοι έχετε "κολλήσει", όπως τόσοι, μόνο στο (όμορφο χωρίς αμφιβολία) "Bolero", για να αντιληφθείτε πόσο χαρισματικός συνθέτης υπήρξε ο Ravel τόσο στην σύνθεση όσο και στην ενορχήστρωση.
Το συγκεκριμένο κονσέρτο γέμει ιδιαίτερα ευρηματικής εμπνεύσεως και δημιουργικής φαντασίας σε μια απρόβλεπτη γκάμα ποικιλοτρόπων εκφράσεων και αναφορών.

Εξαιρετική, όπως πάντα η Alice Sara Ott, ίσως ιδανική για αυτό το κονσέρτο. Υπεύθυνη, ακριβής στο παίξιμο αλλά μαζί με "αέρα" και με "στυλ". 

Το κομψό "La Valse" του συνθέτη ως "encore" συμπληρώνει με τον καλύτερο τρόπο αυτήν την πραγματικά άψογη και συναρπαστική "ζωντανή" παρουσίαση.

Τα λόγια για τον μαέστρο και την ορχήστρα, φαντάζομαι πως είναι περιττά.

Το δε βίντεο, πολύ όμορφα γυρισμένο, καλύπτει όχι μόνο την παρουσίαση του κονσέρτου, αλλά και διάφορα ενδιαφέροντα ή χαριτωμένα "παράπλευρα" στιγμιότυπα από τις πρόβες και άλλα.

Monday, February 3, 2014

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΑΚΙ, ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ, ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ (Μέρος Α΄)

  
1. Πουθενά αλλού ίσως και  καθ' όλο το πεδίο της ανθρώπινης δημιουργικότητας δεν μπορούμε να δούμε την Λογική και την Φαντασία τόσο αναπόσπαστα ενωμένες και συνλειτουργικές όσο στο σκάκι. 
Σε μια παρτίδα η ικανότητα λογικής ανάλυσης και επεξεργασίας κάθε πιθανής θέσης που μπορεί να προκύψει από την ήδη υπάρχουσα δεν αρκεί αν δεν συνοδεύεται και από την ικανότητα "οραματισμού" της, τουτέστιν από το να  μπορέσεις να την κατακρατείς στο μυαλό σου καθώς την "φαντάζεσαι" επάνω στην σκακιέρα ως εάν ήταν ήδη υπαρκτή.
Πάντα η σωστή κίνηση είναι απόρροια ενός σωστού "μετρήματος". Και αυτό το "μέτρημα" απαιτεί εξίσου τόσο την Λογική όσο και την Φαντασία.

2. Η Ποίηση κατ' αναλογίαν δεν είναι μόνο "φαντασία". Έχει την Λογική της. Μόνο που αυτή η "λογική" δεν είναι μια "τυπική", "αναμενόμενη" Λογική, και κυρίως δεν έχει τίποτε το επίπεδα "υπολογιστικό".  Εδώ ο υπολογισμός προκύπτει από την καθ' όλα οραματική διάσταση της διάνοιας και όχι ως μια προοπτική και εκτύλιξη του ήδη φαινομένου και παρουσιαζομένου.
Πρόκειται για την Λογική του αισθητικού νοήματος και όχι απλά μιας εννοιολογικής θεμελίωσης.

3. Είναι πλήρως διαφορετική η ακρίβεια που απαιτείται στις λέξεις της Φιλοσοφίας από εκείνη που απαιτείται στις λέξεις της Ποίησης.
Στην Φιλοσοφία οι λέξεις πρέπει να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο εννοιολογικά ακριβείς· η "ευστοχία" τους είναι καθαρά μιας άμεσης νοηματικής σκοπιμότητας, ενώ στην Ποίηση οι λέξεις οφείλουν να είναι πρωτίστως αισθητικά ακριβείς. 
Πρόκειται στην δεύτερη περίπτωση για μια πιθανώς ανώτερη εννοιολογία, μιας και εδώ το αισθητικά ζητούμενο δεν διαχωρίζεται από το νοηματικά σκόπιμο.

4. Η νοηματικότητα στην Ποίηση λοιπόν, προκύπτει από την Αισθητική. Από την Αισθητική όχι σαν μια έκφραση "γούστου" στην τέχνη ή σαν μια παρωδία mass-culture, αλλά από την Αισθητική ως δράση και έκφραση του περιεχομένου. Με την σειρά της η Αισθητική είναι γεννήτρια περιεχομένου.

5. Το απλό "γούστο" στην Τέχνη χωρίζει μορφή και περιεχόμενο  προσκολλημένο  στην αυταπάτη του "σημασία δεν έχει τι λες, αλλά πώς το λες". 
Λάθος φυσικά, και χοντροκομμένο λάθος, γιατί ποτέ δεν υπάρχει κενή μορφή-"μπαλλαντέρ" προς όλα τα περιεχόμενα.
Όσες βλακείες ή ανουσιότητες πιστεύεις ότι μπορείς να τις λες "καλά", δεν θα είναι γι' αυτό λιγότερο βλακώδεις ή  ανούσιες.

6. Το περιεχόμενο απαιτεί την μορφή του.
Συνεπώς σημασία έχει πρώτα το ΤΙ λες, ώστε να ξέρεις γιατί το λες με αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο και όχι με άλλον.

7. Ο ανταγωνισμός στο σκάκι είναι καθαρά αθλητικός. Σπάνια οι σκακιστές μπορούν να νοιώσουν πραγματική αντιπαλότητα και εχθρότητα για τους συμπαίκτες τους. Τουναντίον δε, τα αισθήματα φιλίας είναι πολύ πιο πιθανά.
Επειδή στο σκάκι, ανεξάρτητα με τον ποιον παίζουμε, παίζουμε πάντα με τον εαυτόν μας. Αυτόν προσπαθούμε να ξεπεράσουμε.

8. Η πραγματική, ουσιαστική νίκη είναι πάντα ερήμην του "αντιπάλου".

9. Το αυτό συμβαίνει και στην ζωή. Αν δεν έχεις την εξυπνάδα να είσαι ψυχικά "αποσπασμένος" από τους "αντιπάλους", το πιο πιθανόν είναι να χάσεις. Η αναστατωμένη ψυχή τυφλώνει πάντα το μυαλό και οι κινήσεις της είναι κατά κανόνα χοντροκομμένες, άτσαλες ή και γελοίες.
Το ζητούμενο ωστόσο  τόσο στη ζωή όσο και στο σκάκι είναι το να μπορέσεις να είσαι κάθε φορά σε ένα επίπεδο πάνω από τον εαυτό σου· οι αντίπαλοι έχουν δευτερεύουσα σημασία και μόνον.

10. Στο σκάκι υπάρχουν δύο είδη "σχεδίου" και "προοπτικής". Το παιγνίδι των τακτικών συνδυασμών και το "ποζισιονέλ" παιγνίδι, δηλαδή το παιγνίδι θέσεων. Το πρώτο είναι συνήθως πολύ θεαματικό, ενώ το δεύτερο ενέχει μια υπομονετική και παραμονεύουσα ακρίβεια, όχι λιγότερο άξια θαυμασμού. 
Εδώ οι συμπαίκτες προσπαθούν να αποκτήσουν όσο το δυνατόν καλύτερες "θέσεις" πριν εξαπολύσουν μια επίθεση. Προς τούτο, ένα ποζισιονέλ παιγνίδι γέμει συνεχών ανακατατάξεων, μετατοπίσεων και κινήσεων αναμονής ώστε κάποια στιγμή δίδει την εντύπωση μιας συνεχούς "προετοιμασίας" και αναβολής που φαντάζουν σαν να μην καταλήγουν κάπου.
Ωστόσο, η απότομη, ξαφνική επίθεση με τους καλύτερους δυνατούς όρους αποζημιώνει τον Χρόνο.

11. Είναι άξιον παρατηρήσεως πως το "τακτικό" παιγνίδι και το "ποζισιονέλ" παιγνίδι παρακολουθούν τις κινήσεις της εποχής τους και της Ιστορίας.
Στον 19ο αιώνα, αιώνα των "τιτάνων " και της χυμώδους, ορμητικής έκφρασης (άμα δε ποιοτικότατης) σε όλα τα πεδία του ανθρωπίνου πνεύματος κάτω από την ώθηση της Βιομηχανικής Επανάστασης και της εποποιίας μιας κατάκτησης του κόσμου  σε οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο,  το σκάκι εμφανίζεται και αυτό πρωτίστως "τακτικό" και επιθετικό. 
Παρατηρώντας παρτίδες του Zukertot, του Staunton και του Morphy αμέσως αισθανόμαστε κατά την διάρκεια της αναπάραστασης επί της σκακιέρας το esprit de siècle.

12. Οι σκακιστές κατά τον 19ο αιώνα παρουσιάζονται ορμητικοί και επιθετικοί όσο δεν γίνεται άλλο. Από τις ήδη πρώιμες αρχές μιας παρτίδας η όλη σκέψη τους κατευθύνεται στο πώς να διασπάσουν άμεσα και χωρίς χρονοτριβή  τα "τείχη" του αντιπάλου ροκέ ή της θέσεως του αντιπάλου βασιλιά και προς τούτο δεν φείδονται θεαματικοτάτων θυσιών κομματιών και τακτικών συνδυασμών.

13.  Έχει λεχθεί πολλές φορές πως κατ' εκείνον τον καιρό η έλλειψη μιας έστω και στοιχειώδους Θεωρίας της Άμυνας παρήγαγε εξαιρετικά θεαματικές παρτίδες. Πράγμα βέβαια που είναι σωστό αλλά από την άλλη, δεν αρκεί από μόνο του να εξηγήσει αυτόν τον κατακλυσμό "τακτικής" επιθετικότητας στις παρτίδες εκείνης της εποχής που συμπίπτει με την εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης.
Γιατί δεν είχαμε παρόμοιες ακραία επιθετικές παρτίδες και κατά τους καιρούς του Kermeur, του Philidor και του Deschapelles ; τουτέστιν κατά την διαδρομή του 18ου αιώνα και τις πρώιμες αρχές του 19ου· δεν ήταν τότε η Θεωρία της Άμυνας σε ακόμα πιο - ας το πούμε έτσι- ανύπαρκτο επίπεδο;

14. Αξιοσημείωτο είναι ακόμα, πως καθώς εισερχόμαστε στην Belle Époque , το σκάκι αποκτά μια έκφραση που χωρίς να απομακρύνεται ιδιαίτερα από την ξέχειλη τακτική επιθετικότητα των προηγούμενων περιόδων, γίνεται ωστόσο πιο "στυλιστική" και αποκτά μια χάρη κινήσεων εξαιρετικής θεωρητικής ακριβείας, όπως μπορεί να δει κανείς στις παρτίδες του Steinitz και του Lasker.

15. Κατά τον μεσοπόλεμο ο Capablanca και ο Alekhine θα ωθήσουν το στυλιστικό και περισσότερο ακριβές από θεωρητική άποψη  παιγνίδι της Belle Époque σε σχεδόν "επιστημονική" έκφραση των δυνατοτήτων και των εφαρμογών επί της σκακιέρας. 
Κατ' αυτήν την περίοδο η Θεωρία των Ανοιγμάτων αναπτύχθηκε σε μείζονα βαθμό, και πήρε σχεδόν την μορφή που την γνωρίζουμε έως και σήμερα. 
Είναι η εποχή των μεγάλων ανακαλύψεων στην Φυσική, με τον Einstein και την Κβαντομηχανική, η εποχή ακόμα των μοντερνικών καλλιτεχνικών κινημάτων που μοιάζουν να αμφισβητούν μια ολόκληρη μακροπερίοδο αναπαραστατικής τέχνης και έκφρασης στην ανθρωπότητα.

16. Ο Capablanca και ο Alekhine υπήρξαν τόσο στην ζωή τους όσο και στο σκάκι τυχοδιώκτες υψηλής νοημοσύνης σε μια εποχή (μεσοπόλεμος) που ο τυχοδιωκτισμός ήταν η μοναδική έξυπνη δραστηριότητα: 
ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε καταρρίψει όλες τις ψευδαισθήσεις περί μιας "γραμμικής προόδου" της ανθρωπότητας και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος που από την δεκαετία του 30 και μετά άρχισε να φαίνεται καθαρότερα στον ορίζοντα έκανε επιτακτικό στον άνθρωπο το αίτημα της απόλαυσης της στιγμής και της περιπέτειας εδώ και τώρα.

17. Μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, έχουμε την κυριαρχία του "ποζισιονέλ" παιγνιδιού, όπως περιγράφεται πιο πάνω. Το ποζισιονέλ παιγνίδι "παρακολουθεί" και συμβαδίζει θαυμάσια  με  μια μακρά περίοδο "ψυχρού πολέμου" στην ανθρωπότητα, κατά την οποία οι Σοβιετικοί αποδεικνύονται "μάστερς" στο είδος παράγοντας μια σχολή πρωταθλητών όπως οι Botvinnik, Smyslov, Petrosian και κυριαρχώντας στο σκάκι καθ' όλη την διαδρομή αυτής της περιόδου.

18. Ο Tal, καίτοι Σοβιετικός (αν και πιθανώς, ως Λεττονός όχι και τόσο "πρόθυμος" Σοβιετικός) υπήρξε η πρώτη εκ νέου αναλαμπή και  επιστροφή του "τακτικού" παιγνιδιού, αλλά σε ένα επίπεδο πλέον πολύ διαφορετικό από εκείνο του Morphy λόγου χάριν. 
Εδώ οι κινήσεις είναι επιθετικές μεν, αλλά με την καλύτερη δυνατή περίσκεψη και θεωρητική προετοιμασία.

19. Χρειάστηκε μια απόλυτη σκακιστική ιδιοφυία όπως εκείνη του Bobby Fischer για να επαναφέρει πλήρως επί της σκακιέρας το "τακτικό", επιθετικό παιγνίδι  και να σπάσει η κυριαρχία των "ψυχροπολεμικών" Σοβιετικών παικτών και πρωταθλητών. 
Εδώ το κλειστό, σχολαστικότατα προσεκτικό και  επιφυλακτικό ποζισιονέλ παιγνίδι κατέρρευσε ενώπιον των δριμείων, επιθετικών κινήσεων του Fischer σαν χάρτινο ροκέ.

20. Αξίζει να προσεχθεί, πως η επανεμφάνιση του τακτικού, συνδυαστικού και επιθετικού παιγνιδιού επισυμβαίνει σε μια περίοδο έντονης ριζοσπαστικοποίησης και αμφισβήτησης καθ' όλη την έκταση των αναπτυγμένων Δυτικών χωρών και Μητροπόλεων (δεκαετία του 60,  Μάης του 68, κινήματα των hippies, underground κουλτούρα κ.ά,). 
Το κατοπινότερο κάπως "μεταμοντέρνο" παιγνίδι του   Kasparov υπήρξε η υψηλότερη σήμανση και έκφραση σε σκακιστικό επίπεδο της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου και της κατάρρευσης της σοβιετικής γραφειοκρατίας.

21. Κατά συνέπεια η Ιστορία μπορεί να συνιστά "μια παρτίδα σκάκι", αλλά το σκάκι από την άλλη, αποτελεί ίσως την πλέον ουσιώδη σύνοψη της Ιστορίας.

22. Εδώ όλες οι ιστορικές κινήσεις αποφλοιούνται έως τον γυμνό, απόλυτο πυρήνα τους. 

Τίποτε περισσότερο δεν μένει παρά δύο αντίπαλοι βασιλείς κάθε φορά. 

Που πιθανώς δεν τους έχουμε δει ποτέ έως τώρα στην ανθρωπότητα ει μη μόνον μέσα από "βασίλεια"-"πιόνια" και αυτά.


                                                                                  (συνεχίζεται)



Thursday, January 23, 2014

RALPH VAUGHAN WILLIAMS: "Symphony No.2 (A London Symphony)"

 
Μια από τις πλέον αγαπημένες μου συμφωνίες από όλες τις εποχές, τα ρεύματα και τις τάσεις της κλασσικής μουσικής. Ένα πραγματικό αριστούργημα, τέτοιο που μόνο η ύστερη ρομαντική σχολή της βρεττανικής μουσικής, και πιο συγκεκριμένα, ο Ralph Vaughan Williams, θα μπορούσε να εμπνευστεί και γράψει .
Η συμφωνία συνετέθη ανάμεσα στα έτη 1912 και 1913 και είναι αφιερωμένη στον συνθέτη και στενό φίλο του Vaughan Williams, George Butterworth.

Το έργο  αναθεωρήθηκε αρκετές φορές πριν καταλήξει σε μια τελική μορφή, και η version του 1920 είναι και η πρώτη εκδοθείσα και επικρατήσασα.

Μπορείτε να ακούσετε στο βίντεο άνω την "Συμφωνία του Λονδίνου" του Ralph Vaughan Williams, συνοδευόμενη από εξαιρετικό εικαστικό υλικό των  ζωγράφων John Atkinson Grimshaw, William Wyllie, George Hyde Pownell, Rose Maynard Barton, Edward Seago, Claude Monet, Frederick William Scarborough and Abraham Pether.

Την Φιλαρμονική του Λονδίνου διευθύνει ο Sir Roger Norrington . 

Wednesday, January 8, 2014

Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΗΣ


Η ποίηση είναι μυστήρια τέχνη.
Είναι αδύνατον να την περιορίσεις σε κανόνες και δόγματα, και ο "χρυσούς κανών" εδώ δεν υπάρχει, όχι γιατί συνιστά μιαν ουτοπία, αλλά επειδή αν "εφαρμοζόταν" σίγουρα θα προκαλούσε μια "δυστοπία" και στη συγκεκριμένη περίπτωση μια δυστοπία του Λόγου. 
Ωραία το έλεγε εξ άλλου ο Blake καίτοι όχι τόσο ευγενικά: 

"He has observ'd the Golden Rule 
Till he's become the Golden Fool".

 ("Miscellaneous Epigrams", II, Poetical Works).

Οι "κανόνες" στην ποίηση είναι, πολύ απλά, για τις μετριότητες. 
Οι πραγματικοί ποιητές ποτέ δεν τους είχαν και δεν τους έχουν ανάγκη. 
Γιατί η ποίηση, όπως και η Ζωή έχει πάντα την τάση να τους "ανατρέπει" (και, βέβαια από την άλλη πλευρά δεν πρέπει να συγχέουμε τους "κανόνες" με τις εμπειρικές ή θεωρητικές παρατηρήσεις που σε καμμία περίπτωση έτσι κι αλλιώς δεν είναι και αυτές απόλυτες και προκύπτουν από την ίδια την ιστορία της λογοτεχνίας, την άμεση εμπειρία της ποιητικής γραφής των αιώνων και όχι από τις ανασφάλειες των ποιητών και "ποιητών").

Αυτή η αναδιασάλευση, αναδιανομή και εκ νέου τεκμηρίωση του λεκτικού σύμπαντος που είναι η ποίηση, αυτή η  fuga που εδώ οδηγεί σε toccata (ένα "toccare"-εγγίζειν το τι ακριβώς, θα δούμε παρακάτω) και όχι όπως συνήθως συμβαίνει στην μουσική τέχνη το αντίστροφο, και της οποίας ακόμα ο πυρήν ποτέ δεν είναι δυνατόν να εγκλωβιστεί σε έναν (τις περισσότερες φορές μάλιστα εξόχως αντιποιητικό) "χρυσούν κανόνα",  είναι τεκμήριον πάντοτε a posteriori, εκ του αποτελέσματος και ποτέ αυταπόδεικτο εκ πεφρασμένης προθέσεως.
Οι προθέσεις, οι παρηγοριές, οι αυθυποβολές, οι ιδιοσύστατοι και αυτοσχέδιοι "κανόνες" εδώ δεν μετράνε.
Ό,τι περιέρχεται σε αναγνώσιμη και αναγνωστική ισχύ είναι μόνον το αποτέλεσμα,  το οποίο όσο δεν υπάρχει τόσο περισσότερο θα περιδινίζεται η συνείδηση των ατυχησάντων ή των πρωτοπείρων σε ένα witchhunt της "πρόθεσης", τόσο της δικής τους όσο και των άλλων.
Με λίγα λόγια όταν δεν υπάρχει ποίηση, ποίηση πραγματική, τόσο η μαντεία και δίκη προθέσεων θα αφθονούν και τα χρυσά μυστικά των λέξεων που αποκρούουν κάθε "χρυσούν κανόνα" θα παραδίδουν την θέση τους σε μια στεγνή ηθικολογία της γραφής.

Μόνο που η ηθικολογία δεν συνιστά τέχνη, αλλά το αδιέξοδό της.

Γιατί αν είναι αλήθεια, όπως έλεγαν οι παλιοί,  πως όταν τρώμε δεν  (πρέπει να) μιλάμε, τότε είναι εξ ίσου αλήθεια πως όταν γράφουμε δεν ηθικολογούμε.
Και οι δυο διαπιστώσεις αποτελούν σίγουρα αξιόπιστες παρατηρήσεις ανά τον χρόνο της ανθρώπινης εμπειρίας.
Κατά συνέπεια, τα πάντα επαφίενται στο αν ένας άνθρωπος κάνει γι' αυτή τη δουλειά ή όχι. Αν, όπως λέγεται λαϊστί ή αργκοφώνως, "το έχει".

Δεν ξέρουμε ή δεν είναι εύκολο να ξέρουμε γιατί ένας άνθρωπος "το έχει" στην ποίηση και άλλος όχι. Αυτά είναι πράγματα που εμμένουν λιγότερο ή περισσότερο αδιευκρίνιστα ακόμα και στις σκοτεινές πρωταρχές του σχηματισμού της ανθρώπινης αντιληπτικής ικανότητας και των συνεπάλληλων προς αυτήν δεξιοτεχνιών και πιθανώς θα παραμείνουν εσαεί το ίδιο "σκοτεινά".
Σημασία έχει όμως πως όσο πιο τελούσα εν εγρηγόρσει είναι η αυτοσυνείδηση, τουτέστιν, όσο πιο συχνά τηρείται το τετριμμένο πλην πλήρως αληθινό "γνώθι σαυτόν", τόσο περισσότερο διαφεύγει κανείς από άλλες παρενέργειες, "λαιστρυγονικού" ή όχι τύπου και σε κάθε περίπτωση ανεπιθύμητες.

Είναι δείγμα ευφυίας, να γνωρίζεις ήδη από πολύ νωρίς για ποιο πράγμα είσαι κατάλληλος και για ποιο ακατάλληλος.


Έχω την εντύπωση πως αν σήμερα ένα μεγάλο μέρος, αν όχι η πλειοψηφία, των αυτοδηλουμένων (δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα αυτό μόνο εκ του αποτελέσματος μπορεί να το διαπιστώσει κανείς) ποιητών στην Ελλάδα γράφει τόσον ομοιομόρφα και πανομοιότυπα, σίγουρα δε  όσο το δυνατόν πιο στεγνά, άχαρα και σε μια καθαρά (είτε συνειδητοποιείται είτε όχι) "θρησκευτικού" τύπου εξιδανίκευση της "ασκητικής" των εννοιών όπως επίσης και στην ανάγκη εξορκισμού των πλέον ουσιωδών χυμών της γραφής, τόσο περισσότερο η πραγματική αιτία αυτής της άνυδρης πνευματικής ερήμου θα αποκρύπτεται:
Τις περισσότερες φορές, όταν δεν έχουμε ανθρώπους θύματα των εαυτών τους και μιας φιλοδοξίας που πολύ απλά δεν "ταιριάζει"σε αυτούς , τότε έχουμε έλλειψη αξιολέκτου περιεχομένου, ή  έλλειψη "ουσίας". Πολύ απλά κάτι που δεν έχει και ιδιαίτερο νόημα να το πεις ή μια ανυπόφορη "ιδιώτευση" των νοημάτων (για να μην πούμε "ιδιωτεία") που αναπόφευκτα συμπαρατίθεται σε μια πτωχεία καθολικότερων οραμάτων.
Κάποιες φορές αυτό μπορεί να συνοδεύεται  από κλισαρισμένη αισθητική παλαιάς μόδας, σε άλλες περιπτώσεις (τις περισσότερες) με  ένα οικτρό λεξιλόγιο των 2000 όλων και όλων λέξεων μιας καθαρά τυποποιημένης "μαζικής" "ελληνικής που είναι άξια μόνο για υπονοητικούς και δύσλαλους, άλλοτε σε μια ανορθολογική (συνήθως κλασσική "νεοελληνική") εξιδανίκευση του "λιτού", που πέφτει στην γκάφα να εκλαμβάνει και να εξισώνει έναν οικονομικό, -και επομένως καθαρά ποσοτικό- όρο με τον κατ' εξοχήν ποιοτικό όρο "απέριττο" και μην βλέποντας πως οι διόλου "λιτοί" χιλιάδες στίχοι της "Ιλιάδας" και της "Οδύσσειας" ή της "Θείας Κωμωδίας" του Dante (αλλά και άλλων, και άλλων παλαιοτέρων ή πιο συγχρόνων) είναι ΑΠΕΡΙΤΤΟΙ ενώ τα κατά κανόνα στεγνά ολιγόστιχα των πρώτων είναι εξ όλου ΠΕΡΙΤΤΑ !
Γιατί, κακά τα ψέμματα, αν η ποίηση είναι δύσκολη τέχνη, τότε η μεγάλη ή συγκριτικά μεγαλύτερη φόρμα είναι το μέτρο της δυσκολίας της. 
Εκεί κρίνεται ο πραγματικός ποιητής στην διαφορά του με τον ευκαιριακό.

Θα αποτελούσε σίγουρα μια από τις πιο διασκεδαστικές ασχολίες στον χώρο του πνεύματος να διαπιστώνει κάποιος κάθε φορά το πώς οι διάφοροι ιδιοκανόνες των ποιητών και "ποιητών" φαντάζουν ως ό,τι περισσότερο ανέτρεπαν, ή απέφευγαν και σε κάθε περίπτωση  απέκρουαν νοί τε γραφή τόσοι και τόσοι πραγματικά κορυφαίοι ποιητές στην ιστορία της ανθρωπότητας ανά έργα, καιρούς και περιστάσεις !

Όμως έχω την εντύπωση πως αυτή η δογματική ομοιομορφία οφείλεται κυρίως στην αδυναμία κατανοήσεως του ΤΙ ακριβώς είναι μια "λέξη".  Και αυτό δεν μπορούμε να το δούμε ποιητικά, ή μόνον ποιητικά, αλλά πρωτίστως φιλοσοφικά.
Επειδή είναι μια άλλη ακόμα αλήθεια, πως από τον καιρό του Διονυσίου Σολωμού (ο οποίος έκανε μια πολύ σοβαρή και συστηματική δουλειά κυρίως στην γερμανική φιλοσοφία σε σχέση με την ποιητική του), ελάχιστοι ποιητές στην Ελλάδα είχαν και έχουν την όρεξη να διελευκάνουν ποιητικές περιοχές κάτω από το φως της Φιλοσοφίας και έτσι αν μη τι άλλο να αποφύγουν σημαντικά σημασιολογικά ολισθήματα ακόμα και επί των πλέον βασικών  εννοιών της ποίησης.

Τι είναι λοιπόν μια "λέξη";

Όμως, πριν απαντήσουμε σε αυτό ας επανέλθουμε πρώτα στον Francis Bacon και την συνοπτική, σχεδόν επιγραμματική διαπίστωσή του:


"words react on understanding"
 
όπως την ανευρίσκουμε στο κλασσικό πλέον έργο του "Novum Organum" (1620).

Γιατί "react on understanding" ;

Επειδή κάλλιστα θα μπορούσε να πει κάποιος, πως οι λέξεις είναι "μάσκες" και όχι αυτοπεριεχόμενες οντότητες.
Βλέπετε, αν ήταν το δεύτερο, τότε πολύ απλά γλώσσα και ύλη θα ταυτίζονταν και κάθε φορά που θα λέγαμε μια λέξη θα την "βλέπαμε" κιόλας μπροστά μας ως εάν ήταν "πράγμα"!

Η λέξη συνεπώς δεν είναι μόνο κάτι το"φωτεινό", αλλά και εξ ίσου "σκοτεινό". Αυτό που ορίζει, αυτό που "συλλαμβάνει" εν τέλει διαφεύγει. 
Όμως παρ' όλ' αυτά "κάτι" μένει εκεί ακόμα, όχι αμελητέο, όχι λιγότερο από μια σημασία, αλλά και όχι περισσότερο από μια έκφανση του Λόγου ο οποίος ως Λόγος με κεφαλαίο Λ ξεπερνάει κατά πολύ την έννοια του ομιλουμένου ή γραπτού λόγου.
Για παράδειγμα, όταν προφέρεις την λέξη "νερό" δεν έχεις τίποτε περισσότερο από το ηχητικό αντίκρυσμα μιας συνάρθρωσης φθόγγων, που στην σχεδόν ομόχρονη ή σε ελαχιστότατο χρόνο τελουμένη συνεκδιαδοχή τους, δηλώνουν μια "έννοια".
Αυτό είναι η "λέξη" σε ένα πρώτο επίπεδο "αναγνώρισης".
Έχει όμως και άλλα.

Έννοια, λοιπόν, που προκύπτει από μια παράσταση η οποία αντίθετα με ό,τι πιστεύει ο απλός νους κάθε άλλο παρά "άμεση" είναι. Επειδή, δεν υπάρχει παράσταση που να μην "διαμεσολαβείται" από τις αισθήσεις μας και ολόκληρη η ζωή μας (τουλάχιστον η καθημερινή ή η εξ ανάγκης πλήρως λαμβάνουσα υπ' όψιν τις πλέον φανερές αιτιατές αλυσίδες των γεγονότων) δεν είναι παρά μια άτυπη συμφωνία "καλή τη πίστει" με τις αισθήσεις μας, ούτως ώστε να μπορούμε να ξυπνάμε το πρωί, να πηγαίνουμε στην δουλειά μας, να ερωτευόμαστε, να γράφουμε κλπ.
"Καλή τη πίστει", ασφαλώς, όσον αφορά το αξιόπιστο των αισθητηριακώς προσλαμβανομένων, μιας και δεν υπάρχει τρόπος να "αποδεικνύεται" πως το "δένδρο", για παράδειγμα,  που βλέπω μπροστά μου ευρίσκεται όντως έξω από το περιεχόμενο των αισθήσεών μου!

Προσπαθείστε λίγο να δείτε έναν ποταμό αγνοώντας πλήρως την λέξη "νερό" ή όποιαν άλλη λέξη συνδέεται με το υδάτινο στοιχείο και θα καταλάβετε τι θέλω να πω.
Σε αυτήν την περίπτωση, πολύ απλά ο ποταμός θα σας φανεί ό,τι πιο μυστηριακό και σκοτεινό έχετε δει ποτέ· ως το αποτέλεσμα μιας ανήκουστης μαγείας επί του καθόλου φαίνεσθαι των όντων. Και μάλιστα, δεν θα είναι υπερβολή αν έλεγε κάποιος  πως δεν θα πιστεύατε σε αυτό που θα βλέπατε μπροστά σας. Και όμως είναι ο ίδιος ποταμός που περιέπιπτε στην αντίληψή σας, όταν σκεφτόσαστε την λέξη "νερό".

Μπορείτε όμως να κάνετε και το αντίστροφο.

Προσπαθείστε να σκεφθείτε την λέξη "νερό" ΕΞΩ από κάθε αναφορά σε ο,τιδήποτε το δηλώνει, καταδεικνύει, το περιέχει. Θα διαπιστώσετε ότι σε αυτή την περίπτωση η λέξη "νερό" θα καταπέσει κάτω σαν μια άδεια μάσκα.
Στην πραγματικότητα είναι αδύνατον να σκεφθούμε την λέξη "νερό" έξω από "κάτι" που την περιέχει σε μορφή και σχήμα, είτε αυτό είναι θάλασσα, είτε ποταμός, είτε το τρεχούμενο νερό της βρύσης ή η βροχή κλπ.
ΈΞΩ απ΄όλα αυτά η λέξη "νερό" μένει μια άδεια μάσκα, και εξ αυτού ακριβώς δεν υπάρχει μεγαλύτερη ένδειξη πως το "νερό" ως "νερό", ό,τι γενικώς συνδηλώνεται από την συνάρθρωση των τεσσάρων φθόγγων ν,ε,ρ,ο, πολύ απλά ΔΕΝ υπάρχει! 
Ή αν υπάρχει τότε  δεν μπορεί παρά να ανήκει στην σκοτεινή περιοχή της "υποστάσεως", με την φιλοσοφική έννοια, αλλά επ' αυτού δεν θα συνεχίσουμε περαιτέρω γιατί μια τέτοια κουβέντα θα μας πήγαινε πολύ μακρύτερα από τις ανάγκες του παρόντος κειμένου.

ΑΥΤΟ ακριβώς "διαφεύγει" από κάθε λέξη που ομιλούμε και γράφουμε. Μια μάλλον "σκοτεινή" υπόσταση του πράγματος, που για να την συλλάβουμε θα πρέπει ίσως κάποτε να "παντρέψουμε" μια "συνολικότερη όραση" με την "σκέψη".
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος, γενικά δείχνει μάλλον περιορισμένος σε αυτό χωρίς όμως να είναι κατ' ανάγκην ή να πρέπει να είναι έτσι κατ' ανάγκην για πάντοτε. Μπορούμε  ή έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε ένα πράγμα κάθε φορά, όχι πολλά.
Όταν κατορθώσουμε να σκεφτόμαστε πολλά εν ταυτώ χρόνω, αυτό να είστε σίγουροι, πως θα γίνει μονάχα με μια αναγωγή της συνηθισμένης "εγχρόνου", "αιτιατής" σκέψης σε ποίηση!  

Ποίηση, δηλαδή, εννοώ ποίηση πραγματική, και  όχι, προς θεού πλέον, αυτά τα ξεροκόκκαλα έκφρασης πεταμένα σε μη πεινασμένους σκύλους, στα οποία με τόσο μαζοχιστικό τρόπο προσφεύγουν ως λύση ανάγκης πολλοί γραφείς, σχεδόν, θα έλεγε κανείς, "αυτοτιμωρούμενοι" και στα πλαίσια μιας χριστιανικής προπαγάνδας αιώνων και αιώνων προσλαμβανομένης ανεπαισθήτως υπό του  συλλογικού ασυνειδήτου.
Όχι αυτό το πράγμα λοιπόν, αλλά η Ποίηση ως Ζωή και η Ζωή ως Ποίηση, Οι Χυμοί της Γραφής, ο Έρωτας για  εκείνη την Ζωή που συνήθως "διαφεύγει" της ανθρώπινης παρατηρητικότητας και εμπειρίας, αλλά είναι ίσως η πλέον πολύτιμη.
Και στην ποίηση δουλεύουμε μεν με λέξεις, αλλά ο σκοπός είναι να εκφράζουμε ό,τι συνήθως ΔΙΑΦΕΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ. 
Αλλιώς δεν θα επιφαινόταν η ανάγκη να υπάρχει η ποίηση και ο "έγχρονος" πεζός λόγος θα ήταν αρκετός.

Και όποιος δεν το αντιλαμβάνεται αυτό, μπορεί να καταλάβει μεν τι είναι στίχος,  αλλά όχι ποίηση εν συνόλω.
Η ύπαρξη του στίχου ή των στίχων δεν συνεπάγεται αυτόματα ποίηση.
Η όλη διαφορά δεν είναι παρά θέμα αντίληψης. 

Να μπορεί να βλέπει κανείς, πρώτα και πάνω απ' όλα, όχι το δάσος, ούτε το δένδρο, αλλά την ΖΩΗ που σφύζει και μαίνεται εκεί μέσα!



 

Wednesday, December 25, 2013

Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΝΟΗΜΑΤΩΝ


Σε ένα πρόσφατο κείμενό μου στο Moments of Eternity χρησιμοποιώ τον όρο "νοηματική μουσική" (κατά διαφοροποίηση αλλά και σε συμπαραλληλία με τον όρο "ηχητική μουσική")  όσον αφορά τις ενδεχόμενες κατά το επιθυμητόν και κατά δυνατόν συμπαραδηλώσεις, αλληλοδιαδοχές και ενδοαναδύσεις νοημάτων μέσα από τους ποιητικούς στίχους.
Επιθυμώ εδώ όχι να αποσαφηνίσω τον όρο (κατά την γνώμη μου είναι πρόδηλος) αλλά να αναπτύξω περαιτέρω το ΤΙ ακριβώς  μπορεί να είναι μια "μουσική νοημάτων" στην ποίηση, και για ποιο λόγο, πιστεύουμε ότι είναι όρος εκ των ουκ άνευ για μια σύγχρονη στιχική γραφή, ανεξάρτητα από το κάτα πόσον εξεφάνη στο παρελθόν και σε ποιο βαθμό.

Προτού όμως διαπιστώσουμε μερικά πράγματα περί της μουσικής των νοημάτων, ας ρίξουμε μια ματιά στην κακοφωνία χωρίς νόημα που συσσωρεύεται ακόπως και κατ΄εξακολούθησιν στις μέρες μας, τόσο ανά τους διαδικτυακούς όσο και ανά τους εξωδιαδικτυακούς "ποιητικούς" δρόμους.

Πάνε πολλά χρόνια στην Ελλάδα που η ποίηση θεωρείται ως μια "βολική" ασχολία για τους φιλοτεχνούντες πάσης λογής, μιας και για την δημιουργία της δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από ένα χαρτί και ένα μολύβι (ένα πληκτρολόγιο δηλαδή, θα λέγαμε με σημερινούς όρους). 
Πράγματι, δεν έχει κάποιος να μπει στην φασαρία του χειρισμού των συνέργων της ζωγραφικής ούτε βέβαια και στην εκμάθηση του σχεδίου, ούτε ακόμα έχει να ιδρώσει πρώτα στα Ωδεία για να συνθέσει κάποια στιγμή ένα κονσέρτο για πιάνο, ούτε δε χρειάζεται τα όχι πάντα ευδιάθετα χρηματικά κεφάλαια για το γύρισμα μιας κινηματογραφικής ταινίας.

Εδώ όμως είναι και η αφέλεια. Και ας δούμε το γιατί.

Το γεγονός ότι ο καθημερινός λόγος είναι "δωρεάν", τουτέστιν ανέξοδος και διαθέσιμος προς όλους, ακόμα δε, το ότι ο δημόσιος λόγος και γραφή είναι πλέον απολύτως προσβάσιμα προς τα πλήθη μέσω κυρίως του διαδικτύου, "παρακινεί" ή προτρέπει ορισμένως, τους πιο απίθανους και ετερόκλητους τύπους ανθρώπων, θα λέγαμε, προς μια "ποιητική" δημιουργία.
Ο καθένας, ο οποίος μέχρι πρότινος δεν είχε διαβάσει ποτέ στη ζωή του, έστω ένα στίχο του Ομήρου από το πρωτότυπο (για ολόκληρη ραψωδία ας μην το συζητούμε καθόλου), θεώρησε ότι καλό είναι να "βγάλει μια ποιητική συλλογή" και αυτός. 
Ε, "γενικώς" ασχολούμενος με τα καλλιτεχνικά,  γιατί να μην γράψει στίχους .
Έτσι φτάσαμε σήμερα στο μάλλον γελοίο θέαμα, όπου δεκάδες, εκατοντάδες άνθρωποι τρέχουν σαν παλαβοί με τα στιχάριά τους για να πληρώσουν τα 3000 περίπου ευρώ που χρειάζονται για να τυπωθεί σε κάποιον εκδοτικό οίκο η συλλογή τους. Σχεδόν ο καθένας σήμερα φιλοδοξεί κάποια στιγμή να σέρνει ή ήδη σέρνει από πίσω του και την "ποιητική συλλογή" του όπως το δελτίο ταυτότητάς του. Και είναι τόσο αφελής μάλιστα ώστε κάποτε να πιστεύει ειλικρινά ότι πλήρωσε για να εκδώσει "ποίηση", και ότι ο ίδιος είναι και "ποιητής".

Δεν είναι τόσο απλό, όσο φαίνεται. Δεν έχουμε εδώ "πολλές φωνές" που ξαφνικά ευδοκίμησαν στο διαδίκτυο αλλά μια πλήρη ποιητική αλαλία. Ένας ερασιτεχνισμός και μια ασχετοσύνη, πρωτίστως δε μια απερίγραπτη κακαισθησία και προχειροτάτη ποιότητα γραφής, όσο δεν πάει άλλο. 

Είναι πολύ λογικό σε συνθήκες πλήρους πνευματικής αποχαύνωσης οι λέξεις κάποτε να χάνουν το νόημά τους. Η λέξη "ποίηση" στην Ελλάδα, προοδευτικά τείνει να σημαίνει πλέον μια μετριότητα σε ο,τιδήποτε μπορεί να συσχετίζεται μαζί της. Μέτριοι άνθρωποι από άποψη νοητικής κυρίως συγκρότησης, με μέτριες γραφές με σχεδόν κοινή δημόσια συμπεριφορά και ακόμα πιο κοινό δημόσιο λόγο (το "κοινός" και με τις δυο σημασίες) και που κάποτε μάλιστα μπορεί να διατείνονται ομού ότι συναποτελούν μια τρόπον τινά ομαδική ποιητική παρουσία ή έκφανση "συλλογικότητας "  . 
Κάτι σαν τις αλήστου μνήμης "γενιές" που είχαν εφεύρει εδώ και δεκαετίες, διάφοροι ποιητές και κριτικοί (δηλαδή "κριτικοί" για να λέμε τα πράγματα αν όχι  με το όνομά τους, τουλάχιστον με τα εισαγωγικά τους) ως ένα εφεύρημα μήπως μαζί με άλλους περάσουν και αυτοί ενδόξως στην "αιωνιότητα".  Άλλωστε, είναι γνωστό πως ένα "επιβατικό" αεροπλάνο έχει περισσότερες πιθανότητες να λάβει άδεια αναγκαστικής προσγείωσης σε κάποιο άγνωστο αεροδρόμιο παρά ένα "μονοθέσιο". 
Πράγμα που σημαίνει με άλλα λόγια το εξής: αν η πενία τέχνας κατεργάζεται, τότε η ματαιοδοξία, τουτέστιν η πνευματική πενία, "γενιές"  επεξεργάζεται (στο μυαλό της και χωρίς αντίκρυσμα σε πραγματικότητα) .

Φυσικά ας μην περιμένει κανείς κάποια τεχνική και μαστοριά σε αυτούς τους χυμαδόν και ομαδόν παρουσιαζόμενους στίχους. Πρόκειται για ένα συναισθηματικό ξέσπασμα τις περισσότερες φορές, χωρίς σοβαρή στιχική συγκρότηση, χωρίς μουσική, χωρίς καλαισθησία, μονόσημο και επίπεδο όπου το κάθε πράγμα που δηλώνεται "ποιητικώς" δεν είναι παρά ο εαυτός του. 

Είναι αλήθεια πως ποτέ άλλοτε δεν έλαμψε η αριστοτέλεια αρχή της ταυτότητας με τόση ελκυστική πειθώ προς τους  γράφοντες μιας -για να την ορίσουμε κατ' ουσιαστικό τρόπο- πάνω απ' όλα μονοσήμαντης, αναμνησιολογικής ή όχι (συνήθως ή κατά πλειοψηφίαν ναι), συναισθηματολογικής ή όχι (συνήθως ή κατά πλειοψηφίαν ναι) , αυτοπαρουσιαζομένης ως "ποιητική", γραφής.
Πράγμα που σημαίνει πως κάθε λέξη σε αυτή την "ποίηση" ισούται με τον εαυτό της, μεθυπονοώντας φυσικά και το ταυτό του πράγματος. 
Στην μαζική ποίηση σήμερα, ένα αεροπλάνο πολύ απλά είναι ένα αεροπλάνο και μια πλατεία είναι μια πλατεία και ουδέν άλλο. Κάθε πράγμα δεν είναι τίποτε περαιτέρω του εαυτού του, και αναρωτάται κανείς ως προς τι διαφέρει αυτή η ποίηση από τον πεζό λόγο. Διαφέρει άραγε;

Πρέπει κάποτε να γίνει φανερό πως η ποίηση είναι δύσκολη τέχνη, δεν είναι για όλους, όσο και αν δυσθυμούν με αυτή την, αν μη τι άλλο, ιστορική αλήθεια όσοι διακατέχονται από μια ψευδή "δημοκρατικότητα" περί της ποιητικής δημιουργίας, η οποία, ας τονιστεί άλλη μια φορά, είναι μια  κατ εξοχήν αριστοκρατική δραστηριότητα για πιθανώς (πραγματικά) δημοκρατικές ψυχοσυνθέσεις και ΟΧΙ "δημοκρατική" δραστηριότητα για πολιτισμικούς πολιτικάντηδες!
Πρόκειται απλά για ψευδή συνείδηση το όλο θέμα, διότι η ποίηση ως τέχνη και δημιουργία ποτέ δεν διεκδίκησε εύσημα "δημοκρατίας" αλλά απλά και μόνο την αυταξία και τον αυτοκαθορισμό της ως τέχνη!  Άλλο τέχνη, άλλο πολιτική.
Όπου βλέπουμε έκδηλη, πολύ προφανή "πολιτική" στη τέχνη, υποψιαζόμαστε συνήθως έλλειψη ταλέντου, και προσπάθεια αναπλήρωσής του πλαγίως .

Ακόμα δε περισσότερο πρέπει να  αναμένεται η παντελής έλλειψη μουσικής, με την ποιητική έννοια, από τους σωρούς και σωρούς της σημερινής παραγομένης ποίησης.

Όμως, τι μπορεί να είναι μια "μουσική νοημάτων" αλήθεια, και πώς αυτή δεν μπορεί παρά να είναι μια δεσπόζουσα και καθοριστική παράμετρος στη σύγχρονη ποίηση;

Κατ' αρχάς, όπως ήδη ελέχθη, πρέπει να διακρίνουμε δυο ειδών "μουσικές" σε ένα ικανοποιητικό ποιητικό αποτέλεσμα. Η πρώτη, η πιο αναγνωρίσιμη, τουλάχιστον για κάποιον υποψιασμένο ή ασκημένο αναγνώστη, είναι η ηχητική.
Η άτσαλη, χοντροκομμένη ποίηση δεν γνωρίζει τέτοια μουσική. Εκεί οι λέξεις τίθενται κατά το δοκούν ή συνηθέστερα ακόμα κατ' ελπίδα, μόνο και μόνο λόγω της νοηματικής αξίας τους. Έτσι, ένα νόημα που έχει στο μυαλό του ο χοντροκομμένος ποιητής απλά "μεταφράζεται" σε οριστικώς εγκαθιστάμενες λέξεις στο ποιητικό κείμενο, αδιαφόρως της ηχητικής σημαντικής η οποία μπορεί να είναι ό,τι δη και ό,τι ήθελε προκύψει. Αυτό έχει κατά κανόνα ως αποτέλεσμα μια άσχημη ηχητική πρόσληψη του αναγνώσματος· έχει κανείς όχι σπάνια την εντύπωση πως οι λέξεις σκοντάπτουν η μια πάνω στην άλλη και η συνολικώς παραγομένη κακαισθησία είναι τέτοια που αναπόφευκτα ακυρώνει και το οποιοδήποτε "νόημα". Το οποίο νόημα τις περισσότερες φορές είναι και αυτό επίπεδο και μονοσήμαντο και δεν ισούται με τίποτε άλλο πέραν του εαυτού του. Συνυπολογιζομένης δε και της ηχητικής ατσαλοσύνης το όλο αναγνωστικό θέαμα, είναι σε αυτές τις περιπτώσεις συνήθως τραγικό. Γιατί ως όχι και τόσο γνωστόν, δεν αρκεί το τι λες, πρέπει να ξέρεις ακόμα και να μην το λες.

Η ηχητική μουσική λοιπόν έχει να κάνει με την βαθύτερη μουσική υπόσταση μιας γλώσσας, καθώς και με τους φωνηεντικούς και συμφωνικούς αρμούς των λέξεων στην συμπαράθεσή τους και την αναπόφευκτη αλληλεπίδραση μεταξύ τους, και η επιτυχής έκβασή της μπορεί να προκύψει μόνο από την εκτενεστάτη τριβή με την γλώσσα στην οποία γράφεται η ποίηση, όπως επίσης και από το αισθητικό ταλέντο του ποιητή. Για παράδειγμα, πιθανώς μία προς επιλογήν λέξη να ανταποκρίνεται σε αυτό που σκέπτεται ο ποιητής, όμως από την άλλη να μην "κολλάει" ηχητικά και μουσικά με τις άλλες. Σε αυτή την περίπτωση, πολύ απλά πρέπει να υπάρξει μια πιο κατάλληλη λέξη, πολλές φορές δε, αν είναι αναγκαίο μπορεί και να τροποποιηθούν προς αυτόν το σκοπό δευτερεύουσες νοηματικές ακολουθίες των στίχων.

Κάποτε δε, και στους πιο απαίδευτους ποιητικά, η ηχητική μουσική συνδέεται ή και ταυτίζεται ακόμα με την "ομοιοκαταληξία", την ρίμα. θα πρέπει να πούμε εδώ, πως μια τέτοια αντίληψη είναι παλαιοχρονισμένη και ξεπερασμένη όσο δεν παίρνει άλλο, και πως η ομοιοκαταληξία μπορεί να προσδίδει μεν σε ένα ποίημα μια "τραγουδιστικότητα" αλλά εν συνόλω "φθηναίνει" το ποίημα· το προσρίπτει σχεδόν στο επίπεδο ενός ελαφρού ή λαϊκού τραγουδιού.
Φυσικά έχουν γραφεί στην παγκόσμια λογοτεχνία αριστουργήματα τα οποία, εκτός των άλλων ενείχαν την ομοιοκαταληξία.  Αρκεί να θυμηθεί κανείς τον John Keats ή τον Baudelaire και άλλους, και άλλους. Όμως θα πρέπει να πούμε εδώ, πως αυτά υπήρξαν αριστουργήματα παρά την χρήση της ομοιοκαταληξίας και όχι εξ αιτίας της! Υπήρχαν δηλαδή άλλοι, ουσιαστικότεροι λόγοι που μας έκαναν να αξιολογήσουμε πολύ θετικά αυτά τα ποιήματα και όχι η ρίμα.

Σε κάθε περίπτωση η μοντέρνα ποίηση εδώ και έναν αιώνα περίπου τείνει να αποβάλλει την ομοιοκαταληξία (υπάρχει ομοιοκαταληξία μήπως στους αρχαίους Έλληνες;), κάτι που ο John Milton το είχε κατανοήσει αρκετά νωρίτερα από τους μοντερνικούς του 20ού αιώνα, όταν έγραφε στον πρόλογο του Paradise Lost (1674) με αρκετά καυστικό τρόπο (η υπογράμμιση δική μου):

"Rhime being no necessary Adjunct or true Ornament of Poem or good Verse, in longer Works especially, but the Invention of a barbarous Age, to set off wretched matter and lame Meeter."
                                 (JOHN MILTON: Paradise Lost, Preface)

Για να δώσουμε λοιπόν ένα παράδειγμα μιας όμορφης μουσικής που αναδύεται μέσα από στίχους, ας προστρέξουμε στους δυο πρώτους στίχους της Οδύσσειας:

ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ πλάγχθη, 
ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσεν·

Βλέπουμε αμέσως στο δακτυλικό εξάμετρο που είναι το μέτρο του ποιήματος σε ποιαν εύηκοη συναρμογή προκύπτουν τα αδρά και τα λεπτά φωνήεντα. Ο μεν διαχωρισμός σε μακρά, βραχέα και δίχρονα μπορεί να είναι ο δείκτης του μέτρου, αλλά οι συνδυασμοί των αδρών και των λεπτών φωνηέντων είναι πάντοτε εκείνοι που καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό την εύηχη ακουστικότητα των στίχων. Ή με άλλα λόγια, αν το σχήμα μακρά-βραχέα-δίχρονα είναι ο ρυθμός τότε το σχήμα αδρά-λεπτά είναι η μελωδία.
Παρατηρούμε λοιπόν πόσο σοφά τεταγμένες είναι οι λέξεις που κατά κανόνα παρουσιάζουν μόνο αδρά ή μόνο λεπτά φωνήεντα ή ανά περιπτώσεις και τα δύο με απολύτως κυριαρχικά τα μεν ή τα δε :  

ἄνδρα , μοῦσα, μάλα, πολλὰ, πολύτροπον, πλάγχθη, ἱερὸν, πτολίεθρον 
(κυριαρχία των αδρών φωνηέντων)

και 

ἔννεπε, ἐπεὶ , Τροίης, ἔπερσεν 
(κυριαρχία των λεπτών φωνηέντων)

Παρατηρείστε ακόμα σε πόση θαυμαστή συνάφεια βρίσκονται τα ρινικά μ,ν με το χειλικό π και υγρό λ  (μοι ἔννεπε, μοῦσα - πολύτροπον, μάλα πολλὰ  - πλάγχθη - πτολίεθρον).

Το όλο άκουσμα έτσι όπως βηματοδοτείται από τον δακτυλικό εξάμετρο ενέχει μια επική επιτακτικότητα (στην παράκληση προς την Μούσα) λόγω της ομού παρουσίας των αδρών φωνηέντων στις ίδιες λέξεις και εν ταυτώ χρόνω ένα είδος ακουστικής ονειρικής παρεμβολής λόγω των μεικτών  "πολύτροπον" και "πτολίεθρον" στα οποία ωστόσο κυριαρχούν τα αδρά. Ισχυρός μεν ήχος αλλά και απαλός ταυτόχρονα ή καλύτερα, "ευγενής", πράγμα βέβαια που συνάδει πλήρως με την αριστοκρατική εποχή του Ομήρου.

Φυσικά, ανάλογες διαπιστώσεις αφθονούν στο ομηρικό κείμενο και μπορούν να δώσουν στον αναγνώστη μια πληρεστάτη ιδέα περί του πώς δομείται μια όμορφη ακουστική αρμονία στο σώμα ενός ποιητικού κειμένου.

Η νοηματική μουσική ωστόσο, ή μουσική των νοημάτων είναι εκείνη που συμπαράγεται με την ηχητική μουσική κατά την τέλεση της στιχοποιίας και έχει να κάνει με τις συγκείμενες αλληλουχίες των εκδηλουμένων νοημάτων μέσω των στίχων.
Όπως σε μια μουσική συμφωνία,  η μια συγχορδία παραχωρεί την θέση της στην άλλη και όλες μαζί στις αλληλοφάνειες και αλληλοδιαδοχές τους παράγουν το συνολικό ακουστικό αποτέλεσμα, έτσι και στην ποίηση, τα νοήματα προκύπτουν αβίαστα και φυσικά μέσα από άλλα νοήματα κατά την ανάγνωση, αίροντας οποιαδήποτε μονοσημία ή επίπεδη πρόσληψη του ποιήματος.

Προσοχή. ΔΕΝ είναι ακριβώς συνειρμική δραστηριότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο συνειρμός δεν ενέχει κάποτε (αλλ' όχι κατ' ανάγκην) έναν σημαντικό ή ακόμα και κεφαλαιώδους αξίας ρόλο στην όλη διαδικασία. Και αυτό γιατί, μια μουσική των νοημάτων θα πρέπει να συγκροτείται σε ένα μεγάλο ποσοστό συνειδητά, πράγμα που ο απλός συνειρμός, ή ο συνειρμός από μόνος του, δεν εξασφαλίζει ή αντίθετα μπορεί και να υπονομεύσει κιόλας.
Η συνειρμική διαδικασία στην ποίηση έχει αξία, κατά την γνώμη μου, όταν εξισορροπείται από σημαντικές ποσότητες συνειδητής, συνειδητότατης προσπάθειας νοηματικής κατεύθυνσης προς επιλεγμένους στόχους.
Αλλιώς, ο συνειρμός πολύ εύκολα μπορεί να οδηγήσει σε ασύστατες και άνευ νοήματος στιχικές φλυαρίες, τουτέστιν, σε μια ποσότητα που ποτέ δεν οδηγεί σε  ποιότητα. Ή στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να καταλήξει σε έναν παλαιάς μόδας σουρρεαλισμό (ο οποίος κατά καιρούς, πρέπει να το πούμε και αυτό, υπήρξε και η "εύκολη λύση" για δεύτερα ταλέντα) , από τον οποίο έχουμε πλέον κορεστεί ως αναγνώστες .

Η νοηματική μουσική, καίτοι μπορεί να ενσωματώνει τον συνειρμό στην δημιουργία της, σε καμμιά περίπτωση δεν ταυτίζεται με αυτόν, και περαιτέρω, έχει πάντοτε μια ισχυρή εξισορροπητική τάση αποφυγής της αυθαιρεσίας όταν ο ποσοτικώς αυξημένος συνειρμός κινδυνεύει να αποβεί παρειρμός και απλή ασυναρτησία.

Φυσικά, δεν είναι εύκολο να ορίσουμε ποσοτικώς αυτούς τους "κανόνες". Η ποίηση δεν είναι συνταγή και κάθε διαπίστωση δεν μπορεί παρά να έχει ποιοτική και μόνον αξία και αντίκρυσμα και ποτέ δεν μπορεί να καθίσταται γι' αυτό και ποσοτικό μέτρο των εννοιών που προκρίνει. Πολλές φορές για την παραγωγή μιας ποιότητας Α χρειάζεται μια ορισμένη ποσότητα, τη στιγμή που για μια άλλη ποιότητα Β να χρειαστεί η διπλάσια ποσότητα.

Όταν μετρούμε "ποιοτικώς" και μόνον μια θεωρητική ή εμπειρική διαπίστωση τότε ομιλούμε περί ενδεχομένης αληθείας που έχει την τάση να βεβαιώνεται από την εμπειρία. Όταν όμως εισάγουμε ποσοτικούς περιορισμούς και ορίζουμε ότι τόσο πρέπει να είναι το ένα ή το άλλο στοιχείο στην ποίηση, τότε αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από δόγμα.

Είναι σημαντικό να ξανατονίσουμε ακόμη πως η νοηματική και η ηχητική μουσική στην ποίηση δεν είναι απομονωμένες μεταξύ τους, αλλά συνεπιδρούν η μία στην άλλη και αναπόφευκτα η επιτυχία ή όχι της μιας καθορίζει σε σημαντικό ποσοστό και την επιτυχία ή όχι της άλλης.
Και αυτό διότι οι συνηχήσεις και συναθροίσεις των λέξεων όπως και οι φωνηεντικές και συμφωνικές συναρμογές των στίχων από μόνες τους προβάλλουν νοηματικές αποχρώσεις στο όλο χρώμα του -ας το πούμε έτσι- "κεντρικού" νοήματος ενός στίχου, μιας δέσμης στίχων ή στροφής ή και του όλου ποιήματος, και κατά συνέπεια  δεν μπορεί παρά να λαμβάνονται υπ' όψιν στην όλη νοηματική ακεραιότητα του στιχικού κειμένου.

Όμως ας παρακολούθησουμε από παραδειγματολογική άποψη την εκδίπλωση μιας νοηματικής μουσικής μέσα από το ποίημα "The Second Coming" (1919) του μεγάλου Ιρλανδού ποιητή William Butler Yeats:

Turning and turning in the widening gyre
The falcon cannot hear the falconer;
Things fall apart; the centre cannot hold;
Mere anarchy is loosed upon the world,
The blood-dimmed tide is loosed, and everywhere
The ceremony of innocence is drowned;
The best lack all conviction, while the worst
Are full of passionate intensity.

Surely some revelation is at hand;
Surely the Second Coming is at hand.
The Second Coming! Hardly are those words out
When a vast image out of Spiritus Mundi
Troubles my sight; somewhere in the sands of the desert
A shape with lion body and the head of a man,
A gaze blank and pitiless as the sun,
Is moving its slow thighs, while all about it
Reel shadows of the indignant desert birds.
The darkness drops again; but now I know
That twenty centuries of stony sleep
Were vexed to nightmare by a rocking cradle,
And what rough beast, its hour come round at last,
Slouches towards Bethlehem to be born?

Βλέπουμε πως ο Yeats χρησιμοποιεί μια μεταφορά, ως προεισαγωγική εικόνα για ένα συμπέρασμα που ακολουθεί μετά: η εικόνα του γερακιού που δεν υπακούει πλέον στον γερακάρη άγει νοητικά (και όχι συνειρμικά) στην απώλεια της τάξης στον κόσμο και την εισβολή μιας ωμής "αναρχίας" παντού (η "αναρχία" με την έννοια της αταξίας και όχι φυσικά με την πολιτική έννοια). 
Αμέσως μετά ο Yeats συμπεραίνει πως εξαιτίας αυτής της αναστάτωσης, μια αποκάλυψη είναι προ των πυλών· την συγκεκριμενοποιεί ακόμα περισσότερο με τον όρο "Δευτέρα Παρουσία". Προσέξτε την εξαιρετικά αρμονική νοηματική ακολουθία που συνοδεύεται παρ' όλα αυτά μέσα από ρήξεις και νοητικά άλματα σε θαυμαστή αλληλοσυμπλήρωση:

Ο Yeats διαπιστώνει κάτι στον κόσμο μέσα από μια ποιητική μεταφορά (the falcon and the falconer), κατόπιν φθάνοντας στον "προορισμό" της ποιητικής αυτής μεταφοράς, δεν βλέπει τίποτε άλλο παρά "mere anarchy is loosed upon the world", για να αναφωνήσει ο ίδιος αναρωτώμενος-βεβαιωθείς εν ταυτώ χρόνω, πως "Surely, some revelation is at hand;/ Surely the Second Coming is at hand". Από εκεί μέσα από μια ρήξη στο ποίημα, ένα άλμα που προετοιμάζεται μέσα από την συνειδητοποίηση της φράσης "The Second Coming" (" The Second Coming! Hardly are those words out..."), άγεται προς μια καθαρά οραματική εικόνα που επιδίδεται στον ίδιον από το "Πνεύμα του Κόσμου" (Spiritus Mundi) όπου στην άμμο της ερήμου μια αναπάντεχη, εξώκοσμη φιγούρα με το σώμα λέοντος και την κεφαλή ανθρώπου αλλά και με "κενό βλέμμα" και "ανηλεής όπως ο ήλιος" πορεύεται προς την Βηθλεέμ για να γεννηθεί.
Η φιγούρα παραπέμπει σε κάτι ανάμεσα βελλεροφόντειο χίμαιρα, ανεστραμμένη αιγυπτιακή Σφίγγα και εικόνα της Αποκάλυψης του Ιωάννη, όντας όλα αυτά μαζί χωρίς ωστόσο να ταυτίζεται με κανένα.
Η δε πλήρης νοηματική μουσική του ποιήματος ακολουθεί ένα σχήμα ή μια πορεία, θα λέγαμε ως εξής:

μεταφορά - διαπίστωση - έκπληξη (τουτέστιν προσποίηση-υποκριτική τέχνη του ποιητή ότι εκπλήσσεται μέσα στο ποίημα) - και, τέλος, ένα πολύ σκοτεινό όραμα που φαντάζει σαν μια ανεστραμμένη υπόσταση του ιδεώδους της χριστιανικής θρησκείας. Μετά από είκοσι αιώνες, αυτό που πάει να γεννηθεί στην Βηθλεέμ είναι μια καθαρά δαιμονική φιγούρα και όχι ο Υιός του Ανθρώπου. 
Νοηματικά η εικόνα της "αναρχίας" στους πρώτους σιίχους δεν θα μπορούσε να συνταιριάζεται καλύτερα παρά με  έναν "σκοτεινό" "ηγέτη" αυτού του χάους που εμφανίζεται στο τέλος του ποιήματος.

Βλέπουμε συνεπώς, πώς ο Yeats στο μείζον μέρος του ποιήματος κατασκευάζει συνειδητά την όλη ποιητική του δόμηση και δεν το αφήνει στις τύχες μιας ανεξέλεγκτης "συνειρμικότητας". Ασφαλώς και ο συνειρμός εδώ ενέχει τον ρόλο του, αλλά ο πραγματικός ποιητής είναι πάνω απ' όλα εκείνος που ΕΠΕΞΕΡΓΑΖΕΤΑΙ το κάθε τι και δεν το αναδίδει ωμά όπως του έρχεται στην γραφή του.

Καταλήγοντας σε αυτή την πρώτη τρόπον τινά πραγματεία περί της Μουσικής των Νοημάτων, θα έλεγα ότι είναι πολύ σημαντικό να γίνει κάποτε κατανοητό, ιδιαίτερα στην μακαρίως συναισθηματολογική ποιητική Ελλάδα, πως η ποίηση είναι σύνθετο καλλιτεχνικό φαινόμενο και έχει ασφαλώς και τα μυστικά της, όχι κατ' ανάγκην σταθερά και αναλλοίωτα. 

Το κάθε τι κυμαίνεται, τροποποιείται, μεταμορφώνεται ανάλογα με την ευφυία και την δημιουργική ευαισθησία του εκάστοτε ποιητή.
Όμως σε κάθε περίπτωση η ποίηση ας είναι κάποτε ποίηση και όχι απλή αυτοέκφραση χωρίς τέχνη, χωρίς τεχνική.