Ο Jehan Alain είναι ένας από τους πλέον αγαπημένους μου συνθέτες για εκκλησιαστικό όργανο, και κατά την γνώμη μου,ένας από τους πλέον "ποιητικούς" μέσα στον ακραίο μυστικισμό του.
Σίγουρα, παρουσιάζει εκλεκτικές συγγένειες με τον Messiaen (εννοώ φυσικά τον Messiaen για όργανο), αλλά και σημαντικές διαφοροποιήσεις. Ο Messiaen εξ άλλου υπήρξε αρκετά "πολύμορφος" ως συνθέτης, ο δε Alain από την άλλη εντοπίζεται μεν καθαρά στην μεγάλη σχολή του γαλλικού εκκλησιαστικού οργάνου, αλλά ως μια μοναδική, εν πολλοίς "παρακαμπτήριος" μορφή της. Από εκείνους τους καλλιτέχνες που δεν αφήνουν ποτέ επιγόνους.
Μπορείτε να ακούσετε άνω την "Deuxième Fantaisie" του σε ερμηνεία και εκτέλεση από μια πολύ ταλαντούχο οργανίστρια της ευρωπαϊκής νέας γενιάς, την 24χρονη Γερμανίδα Lisa Hummel, σε περσινή συναυλία της.
Όμορφο, παράδοξο, και με τον τρόπο του απρόβλεπτοέργο από έναν πολύ καλό συνθέτη ηλεκτρονικής μουσικής. Ηχογραφημένο "ζωντανά" στο Interference Festival του 1994.
Το κοντραμπάσο δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα συνηθισμένο ως επιλογή σολιστικού οργάνου σε ένα ορχηστρικό κονσέρτο. Τα πρώτα κονσέρτα του είδους άρχισαν να εμφανίζονται κατά την μέση και ύστερη "κλασσική" περίοδο, όπως για παράδειγμα το σχετικό κονσέρτο του Johannes Matthias Sperger (στο οποίο θα αναφερθούμε κατωτέρω) αλλά και άλλα.
Το "Κονσέρτο για Κοντραμπάσο και Ορχήστρα" του μεγάλου Έλληνα συνθέτη Νίκου Σκαλκώτα, έργο του 1942 (οπότε και εγράφη το άλλο αριστούργημά του, "Η Επιστροφή του Οδυσσέα"), είναι ένα από τα τελειότερα του είδους, αν μου επιτρέπεται η προσωπική γνώμη.
Θυμάμαι ακόμα την έκπληξή μου όταν το πρωτοάκουσα μια φορά κι έναν καιρό: έργο απίστευτα δυναμικό και πρωτοποριακό για τα μέτρα (και) της εποχής του, στο γνωστό στυλ του συνθέτη που συνδυάζει δωδεκαφθογγισμό και επιλεγμένη τονικότητα αλλά και την ικανότητά του να κάνει τα πιο "κραυγαλέα" διαφωνικά διαστήματα να φαντάζουν ως ό,τι πιο "ισορροπημένο"!Έργο ακόμα τόσον "σκοτεινό" όσον και η εποχή που εγράφη.
Οι φόρμες γρήγορες, σχεδόν αγχωτικές με ξαφνικά νευρώδη ξεσπάσματα σε κάποιες στιγμές ενώ σε άλλες κάνει την εμφάνισή του ένας πλάγιος και θλιμμένος "λυρισμός" που "διαμορφώνεται" ή "ανασυντίθεται" από την δωδεκαφθογγική τεχνική σε αίσθημα εν πολλοίς "απροσδιόριστο", σχεδόν μεταφυσικό μιας εποχής που μαινόταν στον πόλεμο και το χάος.
Ο Σκαλκώτας ήταν ιδιοφυία, το δίχως άλλο. Ακούστε το Κονσέρτο για Κοντραμπάσο και Ορχήστρα, και όσοι δεν έτυχε ποτέ να ασχοληθείτε με το έργο του, πιθανώς να το αντιληφθείτε.
Δεν κατέστη δυνατόν να μεταφέρω εδώ κάποιο σχετικό βίντεο του κονσέρτου, γιατί δεν το βρήκα πουθενά στο youtube. Αναγκάζομαι λοιπόν να το ανεβάσω από το δικό μου hard drive, και έτσι μπορείτε να το ακούσετε από το player του ιστολογίου (μπορείτε φυσικά να πατήσετε το stopτου player, σε περίπτωση που θελήσετε να ακούσετε τα δύο βίντεο που ακολουθούν). Ο Νίκος Χριστοδούλου διευθύνει την Συμφωνική Ορχήστρα της Ισλανδίας με σολίστ την Þóra Einarsdóttir.
Αξίζει, ωστόσο, μιας και αναφερθήκαμε στο σχετικό έργο του Σκαλκώτα, να αναφερθούμε και σε δύο ιστορικά πλέον έργα του είδους.
Το πρώτο είναι το "Κονσέρτο για Κοντραμπάσο και Ορχήστρα" του Αυστριακού συνθέτη της "κλασσικής" περιόδου Johannes Sperger (1750-1812),
και το δεύτερο, το σχετικό κονσέρτο του πολύ σημαντικού Τσέχου συνθέτη της ιδίας περιόδου Václav Pichl (1741-1805).
Έργα έξοχα και τα δύο, με όλον τον δυναμισμό και την ορμή μιας νέας περιόδου που ανοιγόταν τότε στην δυτική μουσική,μέσα σε μεγάλες και ιστορικές ανακατατάξεις στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Θα
μπορούσε άραγε να υπάρξει ένα κονσέρτο γραμμένο για ορχήστρα; ο πρώτος
πιθανώς που το "αναρωτήθηκε" ήταν ο Antonio Vivaldi με το "Κονσέρτο για
Έγχορδά" του στην μπαρόκ εποχή. Στον 20ό αιώνα διάφοροι συνθέτες έγραψαν
κονσέρτα για ορχήστρα με τον Bartók ωστόσο να πραγματώνει το πιο
θρυλικό του είδους στην ιστορία της μουσικής.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα, αρκετοί ήταν οι ακροατές και οι κριτικοί που αντελήφθησαν το όλο πράγμα απλά ως μιαν
ιδιοφυή, πολύ ουσιαστική, παραδοξότητα που έχει να κάνει με την σχέση
"όλου"-"μέρους", πράγμα βέβαια σωστό.
Ο
συνθέτης από την άλλη επέμενε (και είχε δίκιο), πως έδωσε τον τίτλο του
"κονσέρτου" σε ένα έργο το οποίο ήταν πιο αναμενόμενο να αποκληθεί
"συμφωνία", επειδή τα σύνολα οργάνων εδώ ενέχουν ένα "σολιστικό" ρόλο.
Έργο-σταθμός
στην ιστορία της μουσικής, όχι μόνον εξ αιτίας της ασυνήθιστης "φόρμας"
του σε μιαν από τις πλέον επιτυχημένες εφαρμογές της, αλλά ακόμα,
επειδή γίνεται κατορθωτή, τόσον η "συμπύκνωση" της θλιμμένης ατμόσφαιρας
του πολέμου, όσον και του "ονειρικού"-ελπιδοφόρου υποστρώματος που τον
συνόδευε και προετοίμαζε σιγά-σιγά την μεταπολεμική άνθηση.
Στο
βίντεο πάνω μπορείτε να παρακολουθήσετε μια live παρουσίαση του έργου
από την Orchestra of the University of Music FRANZ LISΖT της Βαϊμάρης
που διευθύνει ο Nicolás Pasquet.
Το "Largo Sinfonico" (1944, 1946/1949) του Νίκου Σκαλκώτα είναι από τα έργα εκείνα όπου φαίνεται πολύ καθαρά τόσον η ιδιοφυία του συνθέτη, όσον κυρίως, αυτή η ίδια η ουσία της καινοτομικής προσπάθειάς του.
Δεν πρόκειται εδώ για απλό δωδεκαφθογγισμό της δεύτερης σχολής της Βιέννης, αλλά για κάτι άλλο, που πάει πολύ πιο πέρα από αυτόν, πολύ πιο "πολύπλοκο" και πρωτοποριακό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Η ικανότητα του Σκαλκώτα να συνταιριάζει περισσότερες από μία δωδεκαφθογγικές σειρές σε διάφωνα διαστήματα που ακούγονται εξαιρετικά ισορροπημένα ως εάν ήταν σύμφωνα, εδώ φτάνει στο απώγειό της. Πρόκειται για έργο σταθμό στην ιστορία της ευρωπαϊκής μουσικής.
Από την άλλη η εξίσου αριστουργηματική "Επιστροφή του Οδυσσέα" ,σε άλλο "κλίμα", συμφωνική ουβερτούρα του 1942, με έντονα συναισθήματα οργής, απογοήτευσης, ονειρικών προσδοκιών αλλά και επικών κατευθύνσεων, έμελε να ακουστεί σε αυτή την χώρα με πλήρως "παράφωνο", ούτε καν "διάφωνο" τρόπο. Είναι σαν να εντοπίζει κανείς ένα διαμάντι σε ένα χοιροστάσιο, τίποτε λιγότερο τίποτε περισσότερο. Ο Σκαλκώτας επέστρεψε όχι στην Ιθάκη αλλά στις "Κλαζομενές" της νεοελληνικής πραγματικότητας και του ασχημονείν της. Από αυτή την άποψη τόσον η πραγματική επιστροφή του Οδυσσέα όσον και η "μνηστηροκτονία" (με μεταφορική έννοια) παραμένουν ακόμα ζητούμενα σε αυτήν την χώρα.
Μαθητής του Arnold Schoenberg και έχοντας ανδρωθεί ως συνθέτης στο κλίμα της δεύτερης σχολής της Βιέννης όταν ζούσε στο Βερολίνο ως υπότροφος του Εμμανουήλ Μπενάκη, ο Σκαλκώτας εντυπωσίαζε το κοινό των συναυλιών του Singakademie με τα έργα του και το όνομά του αναφερόταν ως ένα από εκείνα που αναμενόνταν να αφήσουν εποχή, όπως και άφησε εξ άλλου. Αλλά πολύ αργότερα.
Ήλθε στην Ελλάδα, ως γνωστόν, οριστικά το 1933 εξ αιτίας των διαφόρων προβλημάτων και μη ευνοϊκών συγκυριών που αντιμετώπιζε τα έτη κυρίως μετά το 1930 (οικονομικά προβλήματα, μεσοδιάστημα και κρίση δημιουργικής κατεύθυνσης, χωρισμός από την τότε σύντροφό του Εβραιοουκρανολεττονή βιολονίστρια Mathilde Temko που έφυγε για την Σουηδία μαζί με το παιδί τους, άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία κλπ.) Στην Ελλάδα ο Σκαλκώτας έπεσε στην κυριολεξία σε ένα χοιροστάσιο. Ούτε στις πιο απαισιόδοξες πιθανολογικές εικασίες του δεν θα μπορούσε να φανταστεί αυτό που θα αντιμετώπιζε.
Κακώς, ήταν λάθος του. Έπρεπε να φύγει μαζί με τον Schoenberg για την Αμερική. Ταυτόχρονα αναχώρησαν εξ άλλου και οι δύο αλλά προς διαφορετικές κατευθύνσεις, κατά τον Μάιο του 1933. Γνωριμίες είχε ο Σκαλκώτας, σίγουρα θα τα κατάφερνε να επιβιώσει εκεί και να δημιουργήσει με αξιοπρέπεια.
Αντ' αυτού, επέλεξε από καθαρή αφέλεια να γυρίσει στην πατρίδα του, όπου τον περίμεναν με εξαιρετικά ..."φιλικά" αισθήματα, ο μετριότατος συνθέτης Μανώλης Καλομοίρης, γνωστός εκφραστής του παλαμικού μεγαλοϊδεατισμού στην νεώτερη ελληνική μουσική και με τις αθρόες ποιμενικές απλοϊκότητες του σε ισοπεδωμένα βαγκνερι/άσματα που όταν τα ακούει κανείς σήμερα δεν μπορεί παρά να ξεσπάει αυθόρμητα σε πολλά γέλια,
τον περίμενε ακόμα ο υστερικός φθόνος του Φιλοκτήτη Οικονομίδη και όλης της κλίκας εκείνης (Φαραντάτος, Πονηρίδης κ.ά.) που είχε κάνει την τότε μουσική πραγματικότητα της Ελλάδας άντρο συμμορίας καθώς εξόντωνε συστηματικά οποιονδήποτε μουσικό και οποιοδήποτε ταλέντο ξεπερνούσε κατά πολύ το δικό τους μέσο ή ανύπαρκτο IQ.
Μια πρώτη γεύση από το νεοελληνικό χοιροστάσιο είχε πάρει ο Σκαλκώτας κατά την πρώτη επιστροφή του στην "πατρίδα", το 193ο. Οι δύο συναυλίες που έδωσε τον Νοέμβριο αυτού του έτους, συνοδεύτηκαν από έξαλλες αποδοκιμασίες του κοινού και από μιαν άνευ προηγουμένου προσβλητική επίθεση που εκδηλώθηκε στον αθηναϊκό τύπο εναντίον του.
Τον Μάρτιο του 1931 ο Έλληνας συνθέτης πέρασε στην αντεπίθεση μέσω του περιοδικού "Μουσική Ζωή": χαρακτήρισε τους κριτικούς του ως αποτυχημένους μουσικούς, και με τον τρόπο του στηλίτευσε την μουσική αμορφωσιά και απαιδευσιά του καλλιτεχνικού κατεστημένου στην Ελλάδα.
Παρ' όλον όμως, που έσχε μετά από αυτά ένα σαφές "δείγμα' για το τι τον περίμενε στην Ελλάδα αν τελικώς ερχόταν, έκανε το λάθος να έλθει.
Η κλίκα του Οικονομίδη τον μίσησε σφοδρά μόνο και μόνο επειδή η παρουσία του υπενθύμιζε διαρκώς την μετριότητά της. Τον πετάξαν στην αρχή σε μια θέση απλού βιολονίστα στο τελευταίο αναλόγιο της Κρατικής Ορχήστρας, όπου του φέρονταν με απίστευτα μειωτικό και προσβλητικό τρόπο.
Θα γράψει κάποια στιγμή ο Έλληνας συνθέτης για την συμπεριφορά, τις κάκιστες απολαβές, και τις λάσπες που δεχόταν:
"είναι παράξενο αλλά έξω αισθάνθηκα αγάπη και βρήκα
μια κανονική ζωή πολύ πιο απλά απ'ότι εδώ. Δυστυχώς εδώ έχω χάσει τα
πάντα, μ'έχουν πραγματικά, χωρίς υπερβολή, ληστέψει, αν δε μ'έχουν
λασπώσει απ'τα νύχια ως την κορυφή. Ίσως και τα δύο.[...] το μόνο που
μπορεί να κάνει οποιοσδήποτε αξιοπρεπής άνθρωπος στη θέση μου, είναι να
επαναλαμβάνει ξανά και ξανά μια μόνο φράση: να φύγω..."
Δυστυχώς ήταν αργά πλέον. Παγιδεύτηκε στο νεοελληνικό χοιροστάσιο. Μόνη παρηγοριά του η γλυκεία φυσιογνωμία της γυναίκας του, πιανίστριας Μαρίας Παγκαλή, αλλά και κάποιοι, λίγοι, άνθρωποι, που είχαν κατανοήσει το πόσον σημαντική υπόθεση ήταν ο Σκαλκώτας, όπως, για παράδειγμα, ο μουσικολόγος Μίνως Δούνιας, από τους ελάχιστους που υπερασπίστηκαν δημόσια την ιδιοφυία του Έλληνα συνθέτη. Όπως είχε πολύ νωρίτερα αναγνωρίσει το ταλέντο του ο Εμμανουήλ Μπενάκης στον οποίον ο Έλληνας συνθέτης χρωστούσε την δεύτερη υποτροφία του (η πρώτη ήταν από το 'Ιδρυμα Αβέρωφ).
Απέναντι, λοιπόν, σε εξαιρετικά εχθρικό περιβάλλον ο Σκαλκώτας, κλείστηκε ακόμα περισσότερο στον εαυτόν του, απομονώθηκε και δημιούργησε το πιο σημαντικό μέρος του έργου του.
Πέθανε, ως γνωστόν, σαν το σκυλί στ' αμπέλι, σε ηλικία μόλις 45 ετών, από περίσφιγξη παραμελημένης κήλης ένα βράδυ που δεν θέλησε καν να ξυπνήσει και να ανησυχήσει την γυναίκα του, έγκυο στο δεύτερο παιδί τους, τον Νίκο, που θα γινόταν αργότερα πρωταθλητής Ελλάδας στο σκάκι.
Η αλήθεια είναι πως αυτή η χώρα στην κυριολεξία τον σκότωσε. Ο θάνατος του Σκαλκώτα δεν διαφέρει από δολοφονία. Για την ακρίβεια, ήταν κάτι πολύ χειρότερο από απλή δολοφονία.
Τον εξόντωναν κάθε μέρα, του είχαν κάνει πραγματικά τον βίο αβίωτο, τόσον η άνω περιγραφόμενη κλίκα όσον και αυτή η χώρα εν συνόλω.
Δυστυχώς ο συνθέτης ήταν πράος και ίσως λίγο μοιρολάτρης ως άνθρωπος. Δεν ήταν από την στόφα των ανθρώπων εκείνων που σε παρόμοιες καταστάσεις "δεν χαρίζουν κάστανα" και αρχίζουν στις ...κλωτσιές τους πάντες και τα πάντα. Κακώς, αλλά σε αυτό δεν ευθύνεται ο ίδιος, απλά ήταν έτσι η "φτιαξιά" του.
Υπέμενε στωικά τα πάνδεινα σε μια χώρα που έως σήμερα λειτουργεί συνήθως με λογική συμμορίας και ως συμμορία.
Δεν νομίζω ότι μέχρι σήμερα κατάφεραν οι νεοέλληνες, πλην αρκετών και σημαντικών εξαιρέσεων, να συμφιλιωθούν με την μουσική του, όσον και αν υποκριτικά τον αναγνωρίζουν στα "λόγια" για να μην φανούν "καθυστερημένοι" και παρά τις γιορτές και τα πανηγύρια που διοργανώνουν προς τιμήν της μνήμης του κάθε τόσο. Το πολύ πολύ να είναι "ανεκτοί" στα αυτιά τους οι "36 Ελληνικοί Χοροί" του, έργο αξιοσημείωτο μεν, αλλά ασφαλώς όχι και από τα κορυφαία του Σκαλκώτα.
Ο νεοέλληνας παραείναι απασχολημένος με τις ελαφρολαϊκές μπουρδίτσες και εν γένει την υποκουλτούρα που ακούει, (άντε και λίγο ροκάκι του σωρού) για να κάτσει να ακούσει υπομονετικά τις πολύπλοκες συγχορδίες και τα απίστευτης ομορφιάς διαφωνικά διαστήματα του Έλληνα συνθέτη . Βέβαια από την άλλη, θα ακούσει κάθε Χριστούγεννα ή Πάσχα λίγο Μπαχ και Μπετόβεν ή στις μέρες μας θα ανεβάσει μια φορά στο τόσο κάποιο βιντεάκι στα κοινωνικά μέσα ανάμεσα σε κατακλυσμούς μουσικής υποκουλτούρας για να δείξει ότι κάτι ξέρει κι "απ' αυτά". Γι' αυτόν η κλασσική μουσική δεν είναι παραπάνω από δέκα ή είκοσι ονόματα από τα οποία "κάτι" έχει ακούσει πού και πού.
Εκτός των άλλων, η Ελλάδα μίσησε τον δωδεκαφθογγισμό της σχολής της Βιέννης και τις παραλλαγές του, εκ των οποίων κορυφαία υπήρξε η παντελώς καινοτομική τεχνοτροπία του Σκαλκώτα, για τον απλούστατο λόγο ότι σε αυτή τη χώρα η μουσική δεν υπήρξε ποτέ παιδεία και ψυχαγωγία με την πιο πλήρη έννοια του όρου, αλλά πρόχειρη εκτονωτική διασκέδαση, γραικοθωμανικό γλέντι κακαισθησίας και βλαχιάς (στο μυαλό) .
Χρωστάμε ασφαλώς σε ανθρώπους όπως ο μουσικολόγος Γ.Γ. Παπαιωάννου, ο μεγάλος πιανίστας Γιώργος Χατζηνίκος, εν γένει όλος ο κύκλος της "Εταιρείας Φίλων Σκαλκώτα" πάρα πολλά, όσον έχει να κάνει με την διάσωση και προβολή του έργου του Έλληνα συνθέτη. Όμως ο Σκαλκώτας μπόρεσε να εκτιμηθεί πραγματικά και ειλικρινά μονάχα έξω. Εκεί, όχι σπάνια τον λάτρεψαν για τον απλούστατο λόγο ότι υπήρξε ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ στην ιστορία της μουσικής του 20ού αιώνα. Και μονάχα ως μοναδικό φαινόμενο μπορεί να προσεγγίσει κανείς το έργο του, να το αγαπήσει, να το κατανοήσει, ιδιαίτερα στις ακραία παρακμιακές ημέρες μας.
Πρωτοπόρος της μινιμαλιστικής μουσικής, ανατρεπτικός και εικονοκλάστης, εξερευνητής του Ασυνειδήτου με μουσικούς όρους, εφευρέτης νέων τονικοτήτων και ενός ιδιώματος που συνένωνε την δυτική κλασσική μουσική, την jazz και την ινδική μουσική (αλλά και άλλα είδη), ο Αμερικανός συνθέτης Terry Riley (γεν. το 1935) είναι σήμερα μια σχεδόν μυθική φιγούρα στην avant-garde του 20ού αιώνα.
Εν είδει μικρού "αφιερώματος" στον πολύ σημαντικό Αμερικανό συνθέτη, παραθέτω εδώ τρία έργα του.
Πρώτα, το κλασσικό πλέον, "In C" του 1964 ( στην μεταγραφή για σύνολο δωματίου), το οποίο, ως γνωστόν στάθηκε σημείο αναφοράς για πολλούς καλλιτέχνες της avant-garde τόσον της κλασσικής όσον όμως, ακόμα, και της ροκ μουσικής.
Κατόπιν, το αριστουργηματικό "Rainbow In Curved Air" του 1969, πραγματικό διαμάντι της μινιμαλιστικής μουσικής,
και τέλος, το "Persian Surgery Dervishes" του 1972 από συναυλιακούς χώρους·το λιγότερο που θα υπέθετε κανείς είναι, πως υπήρξαν τυχεροί όσοι παρευρέθησαν σε τέτοιες "live" παρουσιάσεις κατ' εκείνη την εποχή.
Εξαιρετικής ελεγειακής ομορφιάς ποίημα για μεγάλη ορχήστρα από τον Arnold Bax και σίγουρα ένα από τα σημαντικότερα έργα της ύστερης ρομαντικής βρεττανικής σχολής.
Η μουσική του Arnold Bax καίτοι δεν υπήρξε τόσον ή ιδιαίτερα "καινοτομική" σε σύγκριση με τα έργα άλλων συνθετών των καιρών του , εν τούτοις ξεχωρίζει για την παραδειγματική αριστοτεχνία της στην σύνθεση και την ενορχήστρωση καθώς και το ιδιαίτερα ακριβές, υψηλό αίσθημα της φύσης που καθυποβάλλει στους ακροατές.
Το "November Woods" θεωρείται από πολλούς ως το πλέον έξοχο συμφωνικό ποίημά του, αν και προσωπικά θα θεωρούσα το "Golden Eagle" ανυπέρβλητο.
Στο βίντεο άνω μπορείτε να ακούσετε το πλήρες έργο. Την Φιλαρμονική του BBC διευθύνει ο Vernon Handley.
Είναι σίγουρα εύκολο να φανταστεί κανείς την ομίχλη στο λιθουανικό τοπίο, όχι όμως και τα βουνά. Αρκεί γι' αυτό να αναλογιστεί πως το υψηλότερο σημείο της χώρας ορίζεται από λόφο και όχι από βουνό ! (ο λόφος του Aukštojas).
Όπως και να έχει όμως , τα "Βουνά στην Ομίχλη" της σημαντικής Λιθουανής avant-garde (τρόπον τινά) συνθέτριας Raminta Šerkšnytė είναι ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά έργα της, δηλωτικό τόσο του συνθετικού κλίματος στο οποίο κινείται όσο και της "πρότασης" που επιχειρεί για μια μουσική του 21ου αιώνα, έστω και αν κάποτε οι πολύ εμφανείς avant-garde καταβολές της την κατατάσσουν ( σε ένα κάποιο βαθμό τουλάχιστον) σε προηγούμενες εποχές.
Η Raminta Šerkšnytė γεννήθηκε στο Kaunas της Λιθουανίας το 1975 και σπούδασε σύνθεση στην Λιθουανική Ακαδημία Μουσικής και Θεάτρου με καθηγητή τον Osvaldas Balakauskas, ένα όνομα που συνιστά από μόνο του ένα μεγάλο κεφάλαιο για την μουσική των Βαλτικών Χωρών.
Η μουσική της είναι κατά το πλείστον σκοτεινή, "ατμοσφαιρική" θα μπορούσε να πει κανείς και με εξέχουσες ιμπρεσσιονιστικές αναφάνσεις ενός συλλογικού ασυνειδήτου που παίρνει μορφή μέσα από ακαριαία ηχοτοπία τα οποία και καθηλώνουν συχνά τον ακροατή με την έμπνευση και την εφευρετικότητά τους.
Μπορείτε να ακούσετε μέσω του player στην σελίδα ολόκληρο το "Mountains in the Mist" της Raminta Šerkšnytė, και να πάρετε έτσι μια ιδέα για μια από τις πιο σημαντικές συνθετικές φωνές της Λιθουανίας αλλά και γενικώτερα της σύγχρονης ευρωπαικής μουσικής σκηνής σήμερα.
Έτος 1937 στην Σοβιετική Ένωση, έναν χρόνο μετά από την έναρξη των περιβόητων, κακόφημων "Δικών της Μόσχας" και τα πάντα στον κόσμο της Αισθητικής και της Τέχνης εδώ έχουν ως μέτρο τους όχι κάτι περισσότερο από την επαρχιώτικη μουστάκα του Στάλιν.
Ο Shostakovich όντας ήδη στο στόχαστρο της γραφειοκρατίας και συχνά επισύροντας απ' αυτήν αιτιάσεις και μομφές περί "πολυπλοκότητας" και "φιλοδυτικών τάσεων στη τέχνη" αναγκάζεται να προσποιηθεί ότι συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις των απλοποιημένων εγκεφάλων του Κρεμλίνου.
Ένα βαθύτατα απάνθρωπο καθεστώς από την πλευρά του δεν μπορεί σε αυτή την περίπτωση να συμβιβαστεί με τίποτε λιγότερο από την δημόσια, έμπρακτη "μεταμέλεια" ενός ιδιαίτερα έξυπνου και ταλαντούχου συνθέτη όσον αφορά τις "αισθητικές" θέσεις του και την επιβαλλόμενη μεταστροφή τους σε πιο "απλές", "ηρωικές" φόρμες του σοσιαλιστικού ρεαλισμού που θα εξυμνούσαν φυσικά τον δικτάτορα καθώς και την υποτιθέμενη πάλη του σοβιετικού λαού για ένα καθαρά "σοβιετικό" μέλλον στον αντίποδα του "αστικού" κόσμου.
Η 5η Συμφωνία εγράφη λοιπόν ως μια απόπειρα κατευνασμού των σοβιετικών γραφειοκρατών και αποκατάστασης της δημοφιλίας του συνθέτη στο πλατύτερο κοινό.
Όμως κάθε άλλο παρά ήταν και ένας ουσιαστικός συμβιβασμός. Αν και σαφώς κατευθυνόμενη προς μια περισσότερη "απλοποίηση" η συμφωνία αυτή απείχε ωστόσο μακράν από το να ορίζει ένα έργο σοσιαλιστικού ρεαλισμού.
Η θλιπτική ατμόσφαιρα είναι πανταχού παρούσα, ενώ τα "θριαμβικά" μέρη έχουν εντονότατα παρωδιακή υπόσταση, ιδιοφυώς αμφιλεγόμενη και αμφισημαίνουσα ούτως ώστε να είναι δυνατόν να εκληφθούν και ως "ειλικρινή" από τους πιο ακατέργαστους εγκεφάλους.
Ακούστε για παράδειγμα το "θριαμβικό" march στο πρώτο μέρος:
είναι αδύνατον να αποκρύψει την τάση αυτοπαρωδίας του· περισσότερο ορίζει μια γελοιογραφική καρικατούρα του τυράννου παρά μια ηρωική εξύμνησή του, αν και ένας βλαξ θα μπορούσε κάλλιστα να το εκλάβει με αυτόν τον δεύτερο τρόπο .
Είναι αδύνατον για έναν πραγματικό καλλιτέχνη να υποκριθεί πλήρως και να κρύψει την πραγματική ταυτότητά του, όσες ισχυρές και αν είναι οι πιέσεις που δέχεται από τον περίγυρό του ή από ένα καθεστώς που δεν καταλαβαίνει τίποτε άλλο ει μη την γλώσσα των "συνθημάτων" και την "αναμορφωτική πειθώ" των γκουλάγκ (βλ. σχετικά και ένα παλαιότερο κείμενο στο Century Camera II : "SHOSTAKOVICH: Η σοβιετική γάτα του Schrödinger"που έχει να κάνει με αυτό το επικίνδυνο παιγνίδι λεπτής ισορροπίας που ήταν αναγκασμένος να παίζει ο συνθέτης με τους γραφειοκράτες προκειμένου όχι μόνο να διασφαλίσει μια -πολύ σχετική- καλλιτεχνική ελευθερία, αλλά, προπάντων, αυτήν την ίδια την ζωή του!).
Όμως, όχι και τόσο παραδόξως, οι σοβιετικοί γραφειοκράτες έμειναν πλήρως ικανοποιημένοι από την 5η Συμφωνία για τον απλούστατο λόγο ότι ήταν ηλίθιοι και δεν κατάλαβαν την παράλληλη, αρκούντως "υπονομευτική" σημαντική του έργου πέρα από την προσποιητή "ηρωική" επιφάνεια και την υποτιθέμενη δοξολογία προς τον τύραννο.
Πράγμα φυσικά που δεν προξενεί έκπληξη. Ο μόνος τρόπος για να "γλυτώσει" κανείς από τέτοιους ανθρώπους είναι να παίζει με την χαμηλή νοημοσύνη τους εκτός φυσικά αν τα πράγματα οδηγηθούν σε απόλυτη ρήξη με τους καλλιτέχνες και κάθε είδος διπλωματίας, παιγνιδιού και συμβιβασμού φαντάζει "αδύνατο". Τι θα μπορούσε, ας πούμε, να κάνει ένας Κινέζος συνθέτης στην μετασταλινική Κίνα την περίοδο της λεγομένης "Πολιτιστικής Επανάστασης" οπότε η σύμπασα κλασσική μουσική ανακηρύχθηκε ως "προϊόν της εκφυλισμένης Δύσης και της αστικής τάξης της" και οργισμένοι ακτιβιστές έσπαζαν δημοσία τους δίσκους του Μπετόβεν;
Τίποτε περισσότερο από το να διαβάζει τις αρλούμπες του Μάο στο "κόκκινο βιβλιαράκι" του ως εάν ήταν εγκόλπιο καθημερινής προσευχής.
Στην Σοβιετική Ένωση του Στάλιν κάτι ανάλογο, όχι ότι δεν θα ήταν επιθυμητό, αλλά δεν ήταν ωστόσο και ό,τι καλύτερο για μια χώρα με τέτοια μουσική κληρονομιά. Αν μη τι άλλο, οι σοβιετικοί γραφειοκράτες διέθεταν και μια στοιχειώδη κουτοπονηριά ώστε να εκμεταλλευθούν την προπαγανδιστική διάσταση της μουσικής, ενώ οι Κινέζοι υπήρξαν σαφώς πιο "ανυπόμονοι", να τελειώσουν με τον "αστικό κόσμο" και να ξεμπερδέψουν μια και έξω με τους μπελάδες της κριτικής σκέψης και τις "πολυπλοκότητες" της δυτικής μουσικής.
Μπορείτε λοιπόν να παρακολουθήσετε και να ακούσετε στο βίντεο που παρατίθεται άνω την 5η Συμφωνία σε μια αρκετά καλή, αξιοπρεπή ερμηνεία από την Gustav Mahler Jugendorchester που διευθύνει ο Philippe Jordan σε παρουσίαση στο Royal Albert Hall του Λονδίνου πριν από ένα περίπου χρόνο.
Σίγουρα η ερμηνεία αυτή δεν είναι η καλύτερη (μπορεί να θυμηθεί κανείς για παράδειγμα εκείνη την απαράμιλλη του Ροστροπόβιτς αλλά και άλλες), αλλά επελέγη ως υπόσχεση για το μέλλον από ιδιαίτερα ταλαντούχους και πολύ νέους ανθρώπους.
Η παροιμία λέει σαφώς πως "με όποιον δάσκαλο καθήσεις, τόσα γράμματα θα μάθεις". Με δάσκαλο τον Johann Sebastian Bach, θα έλεγε κάποιος πως απαγορεύεται ή είναι όλως απαράδεκτονα μην προκύψεις και είσαι καλός συνθέτης και στην συγκεκριμένη περίπτωση ένας έξοχος, κατά κύριον λόγο, οργανίστας συνθέτης.
Ιδιαίτερα δε αν ο Bach σε θεωρούσε και ως τον πιο "καλό μαθητή" του.
Αυτή είναι η ιστορία ενός πολύ μεγάλου μάστερ του γερμανικού baroque εκκλησιαστικού οργάνου, του Johann Ludwig Krebs (1713 - 1780), του οποίου η εξαίρετη μουσική δημιουργία περιέπεσε στην αφάνεια επί μακρόν, όπως άλλωστε και του δασκάλου του, Johann Sebastian Bach (αλλά και του δασκάλου του Bach, του ιδιοφυούς και πρωτοποριακού Dieterich Buxtehude) για να αρχίσει να ανασύρεται από την λήθη σχεδόν δύο αιώνες μετά (για τον Bach χρειάστηκε "μόλις" ένας αιώνας για να βγει από την αφάνεια και να αποκτήσει την παγκόσμια φήμη που έχει έως σήμερα).
Ο Johann Ludwig Krebs γεννήθηκε στο Buttelstedt και ο πατέρας του υπήρξε ένας γνωστός οργανίστας στους καιρούς του.
Αφού μαθήτευσε παρά τω πλευρώ ενός, όπως ήδη προελέχθη, Johann Sebastian Bach και έχοντας επιδείξει άρτιες εκτελεστικές ικανότητες μαζί με μια ευχέρεια και δυναμική στην αντίστιξη που συναγωνιζόταν εκείνη του δασκάλου του, προσπάθησε ανεπιτυχώς να βρει μια θέση οργανίστα σε κάποιον καθεδρικό ναό για να αρκεστεί τελικώς σε μικρότερες θέσεις, φτάνοντας μάλιστα κάποτε στο σημείο να δουλέψει για φαγητό και όχι για χρήματα για να θρέψει τα επτά παιδιά του.
Έχει λεχθεί πως ο καιρός του δεν ευνοούσε πλέον τους baroque συνθέτες, και αυτό είναι σίγουρα κάτι που εξηγεί ικανοποιητικά τις βιοποριστικές δυσκολίες του Krebs.
Όμως σε καμμία περίπτωση, πιστεύω, δεν ήταν η μουσική του "old fashioned" στην εποχή του, όσο και αν το galant στυλ είχε κατακτήσει τότε το ευρωπαϊκό σύμπαν.
Ο λόγος γι' αυτό, είναι ότι εγώ προσωπικά τουλάχιστον δεν θεωρώ τον Krebs ακριβώς ή μόνο baroque συνθέτη.
Σίγουρα, η κυρίαρχη τάση του έτσι όπως φαίνεται στην σύνθεσή του είναι baroque, όμως είναι ταυτόχρονα, έχω την εντύπωση, και κάτι "άλλο".
Με τρόπο που φέρνει στo νου και τηρουμένων των αναλογιών ανάμεσα σε κατά πολύ διαφορετικές μουσικές εκφράσεις την μουσική του Telemann που πάει σαφώς πολύ πέρα από το baroque.
Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, δεν έχουμε εδώ το βορειογερμανικό baroque, έτσι όπως το συνηθίσαμε από τον Buxtehude και τον Bach και ίσως ο όρος "μετα-baroque" σε αυτή την περίπτωση δεν είναι και τόσο αδόκιμος.
Πραγματικά εξαίρετος συνθέτης, στα δε καλύτερα έργα του στο εκκλησιαστικό όργανο συναγωνίζεται άνετα τον Johann Sebastian Bach, και είναι θέμα χρόνου και μόνο, έστω και αρκετά καθυστερημένα ο Krebs να αποκτήσει μια τεράστια φήμη στο κοινό της κλασσικής και baroque μουσικής, με τη συνδρομή φυσικά των καταλλήλων ηχογραφήσεων, όπως για παράδειγμα της μνημειώδους ηχογράφησης της Beatrice-Maria Weinberger που περιλαμβάνει σε εννέα volumes-CDs το σύνολο έργο του Krebs για το εκκλησιαστικό όργανo.
Άψογη δουλειά από μια από τις πιο λαμπρές ερμηνεύτριες του εκκλησιαστικού οργάνου στην εποχή μας· αξίζει οι φίλοι του γερμανικού baroque οργάνου να αγοράσετε την σειρά, θα εκπλαγείτε τόσο από τον ήχο όσο και από την εκτελεστική απόδοση του έργου του Krebs.
Ως ένα μικρό δείγμα της πολύ μεγάλης τέχνης του Krebs μπορείτε να ακούσετε στο κατωτέρω βίντεο ένα από τα πλέον γνωστά κομμάτια του συνθέτη , το πραγματικά πανέμορφο Fantasy for Oboe and Organ In F Minor με τον Vladimir Kurlin στο όμποε και τον Sergei Tsasorin στο όργανο .
Το
πανέμορφο "Κονσέρτο για Πιάνο σε σολ μείζονα" του Maurice Ravel σε
ερμηνεία από την πολύ ταλαντούχο Γερμανο-Ιαπωνίδα σολίστ Alice
Sara Ott και με τον Lorin Maazel να διευθύνει την Φιλαρμονική Ορχήστρα
του Μονάχου.
Αξίζει να ακούσετε αυτό το κονσέρτο όσοι έχετε "κολλήσει", όπως τόσοι, μόνο στο (όμορφο χωρίς αμφιβολία) "Bolero", για να αντιληφθείτε πόσο χαρισματικός συνθέτης υπήρξε ο Ravel τόσο στην σύνθεση όσο και στην ενορχήστρωση.
Το συγκεκριμένο κονσέρτο γέμει ιδιαίτερα ευρηματικής εμπνεύσεως και δημιουργικής φαντασίας σε μια απρόβλεπτη γκάμα ποικιλοτρόπων εκφράσεων και αναφορών.
Εξαιρετική, όπως πάντα η Alice Sara Ott, ίσως ιδανική για αυτό το κονσέρτο. Υπεύθυνη, ακριβής στο παίξιμο αλλά μαζί με "αέρα" και με "στυλ".
Το κομψό "La Valse" του συνθέτη ως "encore" συμπληρώνει με τον καλύτερο τρόπο αυτήν την πραγματικά άψογη και συναρπαστική "ζωντανή" παρουσίαση.
Τα λόγια για τον μαέστρο και την ορχήστρα, φαντάζομαι πως είναι περιττά.
Το δε βίντεο, πολύ όμορφα γυρισμένο, καλύπτει όχι μόνο την παρουσίαση του κονσέρτου, αλλά και διάφορα ενδιαφέροντα ή χαριτωμένα "παράπλευρα" στιγμιότυπα από τις πρόβες και άλλα.
Μια από τις πλέον αγαπημένες μου συμφωνίες από όλες τις εποχές, τα ρεύματα και τις τάσεις της κλασσικής μουσικής. Ένα πραγματικό αριστούργημα, τέτοιο που μόνο η ύστερη ρομαντική σχολή της βρεττανικής μουσικής, και πιο συγκεκριμένα, ο Ralph Vaughan Williams, θα μπορούσε να εμπνευστεί και γράψει .
Η συμφωνία συνετέθη ανάμεσα στα έτη 1912 και 1913 και είναι αφιερωμένη στον συνθέτη και στενό φίλο του Vaughan Williams, George Butterworth.
Το έργο αναθεωρήθηκε αρκετές φορές πριν καταλήξει σε μια τελική μορφή, και η version του 1920 είναι και η πρώτη εκδοθείσα και επικρατήσασα.
Μπορείτε να ακούσετε στο βίντεο άνω την "Συμφωνία του Λονδίνου" του Ralph Vaughan Williams, συνοδευόμενη από εξαιρετικό εικαστικό υλικό των ζωγράφων John Atkinson Grimshaw, William Wyllie, George Hyde Pownell, Rose
Maynard Barton, Edward Seago, Claude Monet, Frederick William
Scarborough and Abraham Pether.
Την Φιλαρμονική του Λονδίνου διευθύνει ο Sir Roger Norrington .
Είμαι λάτρης της μουσικής του Ραχμάνινοφ και προσωπικά τα πιάνο κονσέρτα του δεν θα τα συνέκρινα με άλλα παρά μόνον με εκείνα του Beethoven ή του Brahms.
Αυτή η μείξη ακραίου ερωτικού πάθους και υπαρξιακού τυχοδιωκτισμού μέσα σε ένα ασυμβίβαστο ύστερο ρομαντικό πλαίσιο του 20ού αιώνα, είναι που κάνουν την μουσική του τόσο μοναδική στα μάτια μου (στα αυτιά μου μάλλον).
Στο πρώτο βίντεο μπορείτε να ακούσετε το Piano Concerto No.3 του συνθέτη να το ερμηνεύει ο ίδιος σε ηχογράφηση του 1939 -1940 με τον Eugene Ormandy να διευθύνει την Philadelphia Orchestra ενώ στο βίντεο που ακολουθεί κατωτέρω, μπορείτε να ακούσετε το ίδιο κονσέρτο σε εκτέλεση του μεγάλου πιανίστα και στενού φίλου του συνθέτη, Vladimir Horowitz και με τον Fritz Reiner να διευθύνει την RCA Victor Symphony Orchestra κατά το έτος 1951.
Κορυφαίες εκτελέσεις και οι δύο σίγουρα, όμως έχω την εντύπωση πως εκείνη του Horowitz είναι ανεπανάληπτη.
Μια απίστευτης ελεγειακής ομορφιάς συμφωνία,
τυπική της βρεττανικής υστερο-ρομαντικής σχολής από τον πολύ σημαντικό
συνθέτη Edgar Bainton (1880 - 1956).
Ο Bainton έγραψε χρυσές σελίδες στην
ιστορία της βρεττανικής μουσικής, τόσο με τις τρεις συμφωνίες του
(τέσσερεις για την ακρίβεια αν συνυπολογίσουμε και την μη αριθμημένη
"Symphony In B-flat "A Fantasy of Life and Progress, Op.5") όσο και με τα υπόλοιπα ορχηστρικά και χορωδιακά έργα του.
Η ζωή του
συνθέτη υπήρξε σε πολλά αρκετά ασυνήθιστη, αν σκεφθεί κανείς για παράδειγμα πως έμεινε καθ' όλην την
διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου κρατούμενος σε ειδικό στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Γερμανία, αφ' όταν κατά το καλοκαίρι του 1914 επισκέφθηκε το
Bayreuth για μια βαγκνερική παράσταση και συνελήφθη επειδή ήταν Βρεττανός
υπήκοος.
Το 1934 μετανάστευσε στην Αυστραλία όπου και διεδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην κλασσική μουσική σκηνή της χώρας ως συνθέτης και ως μαέστρος, μα και κυρίως ως ένας κατά κάποιον τρόπο εισηγητής τόσο προς το ειδικό όσο και προς το ευρύτερο
κοινό, μερικών από τα πιο έξοχα έργα του αγγλικού ρομαντισμού στην
κλασσική μουσική.
Η Τρίτη Συμφωνία του, έργο του 1956
είναι ένα αριστούργημα ύφους, με την γνωστή λυρική και ηχητικά αναπαραστατική αίσθηση της φύσης, με κατά τόπους έντονα επικά ξέσπάσματα και βέβαια με όλη την "αφηγηματικότητα" και εν γένει λογοτεχνικότητα της
βρεττανικής μουσικής.
Την BBC Concert Orchestra διευθύνει ο Vernon Handley .
Ένας από τους πολύ αγαπημένους μου συνθέτες εξ όλων των εποχών, ρευμάτων και τάσεων της κλασσικής μουσικής. Αν θα επιχειρούσε κάποιος να ορίσει με ακρίβεια το στυλ του Bax, τότε αναπόφευκτα θα ωθείτο σε μια περιφραστική κατεύθυνση περιγραφής, η οποία κατά πάσα πιθανότητα και πάλι θα αδυνατούσε να συμπεριλάβει το άπαν των ιδιοτήτων εν προκειμένω.
Ο Bax εμμένει στο πλείστον του έργου του στην πατροπαράδοτη λογοτεχνικότητα της βρεττανικής μουσικής, τείνοντας ωστόσο από την άλλη να ωθεί τον βρεττανικό ιμπρεσσιονισμό (έτσι τουλάχιστον όπως τον γνωρίζουμε από τον Cyril Scott και μετά) προς μια σαφώς πιο λυρική κατεύθυνση, με κάποτε εκλεκτικές συγγένειες τόσο προς το επικό-ελεγειακό ύφος του Elgar, όσο και προς τον νατουραλισμό του παλαιότερου Charles Villers Stanford .
Συχνά ασυγκράτητα μεγαλειώδης, άλλοτε περιιπτάμενος της ακουστικότητας ως εάν τρυφερός ψίθυρος της φύσης, έκδηλα περιγραφικός τόσο επί των φυσικών τοπίων όσο και επί των συνεπιγενομένων εξ αυτών συναισθημάτων, ελεγειακός με έναν μοναδικό τρόπο συνδυάζοντας πάντοτε με ακρίβεια το ιερό με το τυχαίο, με λίγα λόγια ένας εξαίρετος Ποιητής της βρεττανικής κλασσικής μουσικής· αυτό υπήρξε ο Bax.
Το "From Dusk Til Dawn" είναι έργο του 1917, και σίγουρα δεν έχουμε εδώ ακόμα το πλήρως εκδιπλωμένο ύφος του Sir Arnold Bax όπως θα το εντοπίσουμε αργότερα στις επτά συμφωνίες του, αλλά και σε άλλα έργα του, όπως, αίφνης, στο "Romantic Overture" του 1926, την "Sinfonietta" του 1932 , ή το απίστευτο "Golden Eagle" του 1932, (το οποίο, προσωπικά το συγκαταλέγω μέσα στα δέκα καλύτερα πράγματα που έχω ακούσει ποτέ στην κλασσική μουσική).
Παρ'όλ' αυτά ωστόσο πρόκειται με τον τρόπο του για κορυφαίο έργο, με σπάνια εκφραστική δύναμη και είναι χαρακτηριστικό του ύφους, με το οποίο ο Bax αντιλαμβάνεται έναν νέο βρεττανικό ρομαντισμό στην κλασσική μουσική του 20ού αιώνα.
Είχα εδώ και πολύ καιρό στην συλλογή μου ένα μεγάλο μέρος από το ηχητικό υλικό του Έλληνα συνθέτη Γιώργου Απέργη (Georges Aperghis, γεννηθείς το 1945), όμως δεν αποφάσιζα να ασχοληθώ με αυτό, επειδή συνήθως προέκυπταν άλλες προτεραιότητες.
Τελικώς, αυτές τις ημέρες άκουσα πολλά έργα του και η γνώμη που έχω σχηματίσει για την μουσική (;) του, είναι ότι πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον ιδίωμα ανάμεσα σε avant-garde και θεατρική μουσική (και κάποτε σε ένα είδος ημιλεττριστικού φωνολογικού πειραματισμού σε συνδυασμό με εξωφρενικό χιούμορ και σκηνική παράνοια), σίγουρα απρόσμενο και αναπάντεχο, ακόμα και για τα στάνταρντς των έμπειρων ακροατών της avant-garde του 20ού αιώνα, και σε κάθε περίπτωση όχι ό,τι πιο κατάλληλο για έναν άπειρο ή πρωτόπειρο όσον αφορά μια πρώτη επαφή με την μεταπολεμική μουσική.
Ως επιρροές του αναφέρονται ο Ιάνης Ξενάκης, ο John Cage και ο Mauricio Kagel, κάτι που θα έλεγα ότι είναι αρκετά φανερό στον έναν ή τον άλλον βαθμό, και ακόμα έχουν δηλωθεί και κάποιες ομοιότητες με την μουσική του Vinko Globokar, πράγμα που και αυτό είναι αντιληπτό με όλη βέβαια την διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα ξεχωριστά προσωπικά στυλ των δύο συνθετών. Επιπλέον, ο Σλοβένος συνθέτης μου φαίνεται σαφώς πιο "σκοτεινός" από τον Απέργη.
Όπως και να έχει, το έργο του συνθέτη μου έφερε στο νου και κάποιες δουλειές του πολύ σημαντικού, επίσης Έλληνα συνθέτη, Ανέστη Λογοθέτη (για τον οποίο θα ήθελα κάποια στιγμή να κάνω εκτενή αναφορά στο Century Camera II) και ακόμα, σε έναν ορισμένο βαθμό και την "φασματική" μουσική του Gérard Grisey.
Ο Georges Aperghis (όπως αναγράφεται διεθνώς το όνομά του) ζει εδώ και πολλά χρόνια στην Γαλλία παντρεμένος με την ηθοποιό Édith Scob και είναι ο ιδρυτής του ΑΤEM (Atelier Théâtre et Musique).
Μπορείτε να παρακολουθήσετε στο βίντεο ένα μέρος από το "Machinations (spectacle musical pour quatre femmes et ordinateur)" έργο του 2000, σε παράσταση του μουσικού θεάτρου του Georges Aperghis στο Rotterdam to 2009.
Αξίζει εξ αρχής να πούμε πως η Ελβετία έχει παρουσιάσει κατά καιρούς πολύ σημαντικούς συνθέτες, και αρκεί ως προς αυτό να θυμηθούμε την περίπτωση του μεγάλου ρομαντικού συνθέτη του 19ου αιώνα, Joseph Joachim Raff (ή ακόμα και την περίπτωση του εξαίρετου συμφωνιστή Hans Huber), ο οποίος κατά την γνώμη μου δεν υπολείπεται του επιπέδου ενός Mendelssohn, ή ακόμα και ενός Brahms. Αν σήμερα ο Raff δεν είναι τόσο δημοφιλής όσο οι προηγούμενοι δύο (παρόλο που η αναδρομική αναγνώρισή του ολοένα εκτείνεται), αυτό έχει να κάνει, πιστεύω, με την "επανάπαυση" των πολύ μεγάλων ορχηστρών σε ορισμένα ονόματα μόνο, που έχουν μια σημαντική "καταναλωτική" απήχηση στο "μέσο" (και όχι στο ιδιαίτερα πεπειραμένο) κοινό της κλασσικής μουσικής.
Προσωπικά, δεν βρίσκω νόημα να διεκπεραιούνται πολυπληθείς εκτελέσεις κάθε φορά των ίδιων (αναμφίβολα) αριστουργημάτων, για παράδειγμα του Schumann ή του Brahms, και οι συμφωνίες του Raff, αλλά και πολλών άλλων πολύ σημαντικών συνθετών, λιγότερο ή περισσότερο αγνοημένων, μόλις να ανευρίσκονται σε ένα - δυο εκτελέσεις (και σε ορισμένες περιπτώσεις όχι πάντα εγγυημένης ποιότητας). Όμως αυτό είναι ένα άλλο θέμα, και ας επιστρέψουμε στην προκείμενη συμφωνία που θα μας απασχολήσει στο παρόν κείμενο.
Ο Hermann Suter (1870 -1926) γεννήθηκε στο Kaiserstuhl της Ελβετίας και σπούδασε στα κονσερβατουάρ της Βασιλείας, της Στουτγάρδης και της Λειψίας με δασκάλους, τους Hans Huber (που αναφέραμε άνω) και Carl Reinecke.
Το πιο γνωστό έργο του ίσως είναι το ορατόριο "Le Laudi", αλλά εδώ θα ασχοληθούμε με την "Symphony in D Minor" που συνέθεσε κατά το έτος 1914.
Πρόκειται για έργο αναπάντεχα καινοτομικό για την εποχή του, και από καθαρά καλλιτεχνική άποψη θαυμαστό όσον αφορά την δύναμη σύνθεσης και την μαστοριά του. Ο Suter εδώ πάνω απ' όλα αναδεικνύεται σε έναν πρώτης τάξεως "τεχνίτη" που ξέρει να συγκεράζει το εξαιρετικά πολύπλοκο υλικό του σε μια άψογα οργανωμένη συμφωνία, η οποία, λίγο ή και καθόλου απέχει από το αριστούργημα.
Οι ευφυείς (και απίστευτα εκφραστικές) πολυτονίες μαζί με κάποια (προσωπική σε κάθε περίπτωση) αντίληψη της "Νέας Συμφωνίας" που επέφεραν στην κλασσική μουσική ο Hans Rott και ο Mahler, όπως επίσης και κάποιοι σημαντικοί απόηχοι από τα συμφωνικά ποιήματα του Richard Strauss, αλλά κυρίως, η καθαρά αυθεντική δύναμή του να συνδυάζει τα ηχοσύνολά του σε μια εξαιρετική, πολύ δυναμική ενορχήστρωση, όλα αυτά λοιπόν συναπαρτίζουν ένα άκουσμα συχνά συναρπαστικό.
Το πρώτο μέρος (Nebuloso, piùttosto moderato - Allegro - Marziale e fiero) ακούγεται ασυνήθιστα πολυτονικό και τολμηρό στην έκφραση πριν παραχωρήσει την θέση του σε ένα αριστουργηματικό capriccio (Capriccio militaresco, alla marcia), για το οποίο δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγε κάποιος, πως είναι ένα από τα ωραιότερα του είδους που συνετέθησαν ποτέ, τουλάχιστον κατά την δεύτερη και πιο ύστερη περίοδο του κεντροευρωπαϊκού ρομαντισμού.
Τα υπόλοιπα δύο μέρη, Adagio molto και Sostenuto - Vivace (Rondo) , ακούγονται σε εξ ίσου υψηλό επίπεδο με τα δύο προηγούμενα μέρη.
Στο βίντεο που παρατίθεται άνω,μπορείτε να ακούσετε την Symphony in D Minor του Hermann Suter, με τον Adriano να διευθύνει την Συμφωνική Ορχήστρα της Μόσχας.
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνθέτρια της νεώτερης γενιάς από την Εσθονία, η Helena Tulve (γεννηθείσα το έτος 1972) προσανατολίζεται σε έναν ήχο που από την μια χρωστάει πολλά στην avant-garde των δεκαετιών του 50 και 60, ωστόσο, από την άλλη κυμαίνεται σε μια παράξενη άποψη που έχει η συνθέτρια περί "ρευστότητας" και κατορθώνει, αν μη τι άλλο, να δημιουργεί έργα "δύσκολα" μεν, αλλά υποβλητικά, τα οποία αμέσως πείθουν τον πεπειραμένο ακροατή για το πεπαιδευμένο και στοχευμένο της πρόθεσης και του αποτελέσματος.
Η Helena Tulve σπούδασε σύνθεση, αρχικά στην δευτεροβάθμια Μουσική Σχολή του Tallinnμε καθηγητή τον Alo Põldmäe και κατόπιν στην Εσθονική Ακαδημία Μουσικής με καθηγητή τον Erkki-Sven Tüür.
Παρακολούθησε, ακόμα, μαθήματα υπό τον μεγάλο Ούγγρο συνθέτη του 20ού αιώνα György Ligeti.
Το 1994 τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο της σύνθεσης από την τάξη του Jacques Charpentier του Conservatoire Superieur του Παρισιού.
Διάλεξα να ακούγεται από το player δεξιάτο έργο της "Cendres" του 2001, για σύνολο οργάνων.
Αξίζει , όσοι είστε φίλοι της μεταπολεμικής avant-garde που προέκυψε από την κλασσική μουσική, να δώσετε ιδιαίτερη προσοχή.
Δεν επιτρέπονται η αναπαραγωγή και η αναδημοσίευση χωρίς την συγκατάθεση και άδεια του δημιουργού του παρόντος ιστολογίου (για περισσότερες πληροφορίες απευθυνθείτε στο mail που θα βρείτε στο profile του ιστολογίου).