Showing posts with label Η Ποίηση και Οι Άνθρωποί της. Show all posts
Showing posts with label Η Ποίηση και Οι Άνθρωποί της. Show all posts

Tuesday, December 22, 2015

ΣΑΒΒΑΣ ΜΙΧΑΗΛ: Μια Συζήτηση για τον Νίκο Καρούζο





Το παραπάνω βίντεο αναδημοσιεύεται από το μπλογκ "Ελευθερία ή Τίποτα". Πρόκειται για μια συζήτηση που είχε ο φίλος Σάββας Μιχαήλ με τον ιστολόγο "Ελευθεριακό" σχετικά με τον ποιητή Νίκο Καρούζο.

Θα έλεγα το εξής: αυτό ήταν πραγματικά ο Νίκος Καρούζος, έτσι όπως τον θυμάται αλλά και στοχάζεται επ' αυτού ο Σάββας Μιχαήλ.

Ο Σάββας Μιχαήλ (γεν. το 1947) είναι ένας από τους σημαντικότερους μαρξιστές διανοούμενους της εποχής μας, τόσον σε εγχώριο, όσον και σε διεθνές επίπεδο, με μεγάλη φιλοσοφική κατάρτιση και παιδεία, και έχοντας συγγράψει πολλά δοκιμιακά έργα για τον Τρότσκι, τον Σολωμό, τον Χέγκελ, τον Εμπειρίκο κ.ά. αλλά και επί διαφόρων κρισίμων ζητημάτων ζωής, πολιτικής και πνεύματος.

Αναπάντεχη διανοητική λιακάδα λοιπόν αυτό το βίντεο σε μια πολύ σκοτεινή και βρώμικη εποχή, όπου εκτός των άλλων συμπτωμάτων παρακμής και σήψης και στην κουλτούρα, έχουμε και την (υποσυνείδητα ή και συνειδητά) χλευαζόμενη αγιογραφοποίηση ποιητών όπως ο Καρούζος, από ανθρώπους που συνήθως δεν ξέρουν πού τους πάνε τα τέσσερα.

Προσωπικά γνώρισα τον Καρούζο  το έτος 1987, όταν ήμουν 23 ετών, και κάναμε τακτική παρέα -κάποτε δε σε σχεδόν καθημερινή βάση- μέχρι τον θάνατό του. 
Ήμουν τότε μέλος του τροτσκιστικού κόμματος-ΕΕΚ στο οποίο όμως παρέμεινα μόνο μέχρι το 1990, όχι επειδή είχα "πολιτικές" διαφωνίες, αλλά επειδή είχα παύσει πλέον να είμαι αυτό που λέμε "υλιστής" σε φιλοσοφική βάση. 
Από τότε, φυσικά, διατήρησα έως σήμερα αρκετές εκλεκτές φιλίες από τον χώρο αυτόν.
Ένα βράδυ πέρασα από το σπίτι όπου έμενε ο ποιητής για να πάω αυτόν και την σύντροφό του, την ζωγράφο Εύα Μπέη, σε ένα φεστιβάλ τροτσκισμού. Απίστευτα όμορφες συζητήσεις και ένα μοναδικό πνευματικό κλίμα γεννήθηκαν από αυτή την "συνάντηση".

Δεν θα ήθελα να επεκταθώ ιδιαίτερα επ' αυτού τώρα (άλλη φορά), όμως θα έλεγα ένα πράγμα:

υπήρχε τότε πραγματική κουλτούρα στην Ελλάδα. 

Σήμερα έχουν απομείνει, κατά μείζονα λόγο, μια κενότητα, μια ματαιοδοξία, ένα αδιέξοδο σκέψης, πάνω απ' όλα όμως, μια πολύ χαμηλή ανθρώπινη ποιότητα.





Tuesday, June 7, 2011

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΛΙΘΟΥΑΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: Tomas Venclova (γ.1937)

Καθώς αυτόν τον καιρό ασχολούμαι με την συγγραφή των ποιημάτων μιας τριλογίας που φέρει τον τίτλο "Mikalojus Konstantinas Čiurlionis" (αναφορική προς την ζωή και το έργο του μεγάλου Λιθουανού ζωγράφου και συνθέτη κλασσικής μουσικής), έρριξα μια αναγνωστική ματιά σε διάφορους σύγχρονους Λιθουανούς ποιητές.
Ομολογώ ότι οι γνώσεις μου πάνω στην Λιθουανική γλώσσα (πολύ σημαντική, μιας και η μορφή της παρέμεινε σταθερή και κατά το πλείστον αναλλοίωτη στους αιώνες, ενώ θεωρείται από τους γλωσσολόγους η πιο κοντινή στην πρωτο-ινδοευρωπαϊκή γλώσσα από όλες τις ευρωπαϊκές) δεν ξεφεύγουν από τα στοιχειώδη επίπεδα του labas rytas, labas vakaras και kaip gyveni, παρόλο που θα επιθυμούσα ασφαλώς να ξέρω περισσότερα από αυτήν.
Αναγκαστικά λοιπόν, προσέτρεξα σε αγγλικές μεταφράσεις αυτών των Λιθουανών ποιητών, εκ των οποίων ξεχώρισα ιδιαίτερα το έργο ενός πολύ σημαντικού σύγχρονου ποιητή, του Tomas Venclova.

Ο γεννημένος το έτος 1937 ποιητής είναι γιος ενός φημισμένου Λιθουανού (σοβιετικού τότε) πολιτικού, του Antanas Venclova, ο οποίος παράλληλα υπήρξε και ποιητής και έγραψε τους στίχους για τον εθνικό ύμνο της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Λιθουανίας.
Ο γιός του Antanas όμως, Tomas, δεν ακολούθησε τον δρόμο του πατέρα του, όσον αφορά τουλάχιστον τις φιλοσταλινικές πεποιθήσεις του, και στην δεκαετία του 70, το σοβιετικό καθεστώς της Λιθουανίας του στέρησε την σοβιετική υπηκοότητα εξ αιτίας των αποσχιστικών και αυτονομιστικών ιδεών και οραμάτων του για την Λιθουανία.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μεταναστεύσει στις Η.Π.Α. όπου αρχικά έγινε λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Berkeley της California, και έκτοτε ακολούθησε σημαντική ακαδημαϊκή καρριέρα πάνω στην ειδικότητά του που είχε να κάνει με τις σλαβικές γλώσσες και την σλαβική λογοτεχνία (η Λιθουανική ως γνωστόν δεν ανήκει στις σλαβικές γλώσσες). Σήμερα είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Yale.

Η ποίησή του είναι ποιοτική, έντονα στοχαστική και με περιφραστική εικονοποιία κάποτε, με συμπαγή και συγκεντρωτικό ρυθμό, όμως ταυτόχρονα εύπλαστο και ευέλικτο, για τις ανάγκες μίας σκέψης που εμπνέεται κυρίως από τα ζητήματα του χρόνου, της μοίρας, και του ασυμβάτου ανάμεσα στην προσωπική θέληση του ανθρώπου και την οποιαδήποτε "συλλογική μοίρα" που επιφυλάσσουν τα αυταρχικά καθεστώτα.

Ο ίδιος ο Venclova είχε επηρεαστεί κατά την δεκαετία του 70 από τις θεωρήσεις του στρουκτουραλισμού, πράγμα το οποίο δεν φαίνεται ευθέως στο έργο του, ει μη εμμέσως και τροποποιημένο καταλλήλως για τις ανάγκες της ποιητικής τέχνης.

Κατά τη προσωπική μου γνώμη, και όσο η αγγλική μετάφραση μου επέτρεψε να αντιληφθώ, το έργο του όχι σπάνια είναι έξοχο, πολύ σοβαρό και απέριττο στις γραμμές του, και με μια ιδιαίτερη δύναμη να πείθει για την αυθεντικότητά του.

Επιλέγω και παραθέτω κατωτέρω, τρία ποιήματά του (από αγγλική μετάφραση του Jonas Zdanys) ενώ από το player δεξιά ακούγεται το πρώτο μέρος της 5ης Συμφωνίας ενός πολύ αξιόλογου σύγχρονου Λιθουανού συνθέτη, του Osvaldas Balakauskas.



POEM

Nightfall arrived with a chill:
Beyond the thick blackened arches
Appeared perhaps ten stations
And several November parks
That settlement or circle
Where on the blind brickhouse falls
An errant one-hundred-watt lightray,
The escort into the labyrinth.

The rule of Ariadne and Minos
Is temporarily useful:
Because of the fog for several hours
Not a single plane takes off.

Each day the trains are packed
How much space, how much air and misery!
That's how prisoners who returned home
Sometimes longed for the guard.

Like the repaid debt of the void
Opened several familiar places.
I repeated: "Monument, island,
Bus, university."
I said: "I will leave tomorrow,
I will go or will at least try."
And along the edge of the world of the living
My soul hurried into darkness.

Old addresses drew near,
Letters changed form and meaning.
I listened to how voices deaden,
Not able to find the two of us
Even within this empty locked house
Where the paintings don't recognize me,
Not in dreams, not in heaven's kingdom,
Not in Dante's second circle.

That's how time is stopped; more precisely,
It must be broken off gradually,
It's just that, you'd say, each year
You hear the more distant ringing of the telephone.
And day after day memory
Changes its diameter like a compass,
Until the past becomes a single stroke
After having at first feigned complexity.

I don't know what you hear and see
In the reality chipped from reality.
Acheron's paved shores
Withstood the unfeeling swell.
Each nullity is separate,
And the world lives on without us,
And, to tell the truth, there are
Stillness and the nine muses.

There where the capital turns in circles
And the snow-games weary us,
Where fog does not betray the things,
Thank God there is still the dictionary.
In the kingdom where a friend's hand
Will never hurry to help
Emptiness or the highest power
Sends the angel rhythm and language.

I don't ask for even a short oblivion,
Nor death, nor the forgiveness of sins,
Just leave the primordial pealing
Above the stone and icy night.



SESTINA

It is nearly six, and the ice-covered road
Bends toward the north. Chains
Clatter on tires. The muffled metal echo,
Like the surface of a lake, glitters up front.
The weightless and wounded March snow
Still tries to cover the annihilated forest.

Like a drawbridge which divides the sluggish forest,
My glance lifts and stops. It is led astray by the road
Against which several times have battered the snow
And the monotonous chains
Of birch trees. In the pure mist the well rises in front
Of the empty houses. And everything else is an echo

And clots of air. The aimless echo,
Which does not exist, resounds through the forest.
The graphite mirror stands blackly in front
Of the great darkness. We have been given the road
And the heaven-sent chains,
The invisible but all-powerful snow.

The old-aged spring is watched by the snow,
And our hearing is unraveled by the many-faced echo.
Like a pond which has broken loose from its chains,
A blind thought seeps into the forest.
Here, gasoline will not help, the white road,
Or the beam of light clearing up front.

The formless cosmos emerges in front.
The biting star, the mindless snow
That cloaks the field, the armed road.
A shadow, a reflection, a painting, an echo
Fill the crumbling Arden forest,
And their payment is the solitary chains.

Will we be tempered by your chains?
Things and elements stand in front
Of me. I will leave that severe forest
Where the trees are covered and guarded by snow,
And the word is replaced by an empty echo,
And everything ends. Perhaps the road

Is a net of chains. My protected road
To your forest. The earth is frozen with snow.
We have become enemies. You are only an echo.



R.K.

All I know is this, that it has passed (or is passing)
this century of blackness, maybe not any blacker
than a few others, but on an incredible scale.
It was consistent. It turned bodies into numbers,
and crumbled souls into sawdust and nothingness,
so it'd seem as though the mind had won. A precipice
pretending to be hope, I'd say, somewhat successfully.

The evil designs of conceit were loyally executed by furnaces,
and in the next ring was solid ice
under a stony star. Choking freight trains
labored towards nothingness, to the West and to the North.
But everything is temporary. Monuments to the Empire
in the mud between tenacious thistles and burrs.
The megaphones grew quiet and the granite weathered.

We were born in that land. Now, as we leave it behind,
we don't even dare turn around, like Orpheus.
What did we have with us? Irony, patience,
and, very rarely, courage. Often it was the undefined feeling
that you'd done far less than you could have
(a sinking realization of guilt, or sin, that your children
would not forgive you even if God did.)

That is all we chose. And even so we knew how
to accept the bitter truth as though it were a gift.
We did not worship death. Above the tracks and the cement
we watched the angels. We loved them. We lit the lamp
in the library. We called evil by its name
and good, knowing, how hard it was to tell them apart.
We carry the lamp into the darkness and that is probably enough.






Wednesday, December 15, 2010

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η ποίηση ανέκαθεν ήταν η πιο αντικοινωνική διαδικασία και λειτουργία που θα μπορούσε να υπάρξει σε αυτόν τον κόσμο. Επειδή ακριβώς το αποτέλεσμά της όχι μόνο δεν καθίσταται άμεσα χρηστικό από το βασίλειο της παραγωγής και της συνάλληλης με αυτήν "πνευματικής ζωής" , αλλά τουναντίον, το υπονομεύει με έναν έμμεσο και καθόλου φανερό τρόπο, και στο βαθμό που μιλάμε για την πιο συνειδητή και πραγματική ποίηση, χωρίς να σκοτίζεται ή να ενδιαφέρεται καν να υπονομεύσει αυτό το βασίλειο.

Σε αυτό το σημείο εντοπιζόταν πάντοτε η διαφορά της ποίησης από μια κοινωνική ή πολιτική ιδεολογία και πρακτική. Η δεύτερη ενδιαφέρεται πάντα να υπονομεύσει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων συνειδητά και να την αντικαταστήσει με μιαν άλλη τάξη.

Η ποίηση ωστόσο μάλλον υπερβαίνει στην προοπτική της κάθε κοινωνική οργάνωση και συνοχή, αδιαφορώντας απλά για την ύπαρξή της. Μιλώντας με όρους ιστορικούς, δεν αποκλείεται η ποίηση να ορίζει μια "νεο-γνωστική" διαδικασία, έξω βέβαια (τουλάχιστον κατ' ανάγκην) από θεολογικές και συμπαντολογικές γραμμές, έτσι όπως αυτές ανευρίσκονταν στους Γνωστικούς.

Ακόμα η διαφορά της ποίησης από την Αναρχία δεν είναι μικρότερη (παρά τις εκλεκτικές συγγένειες, περισσότερο ή λιγότερο επιφανειακές), μιας και η δεύτερη σε τελική ανάλυση αναζητά μια συγκροτημένη και σαφώς οργανωμένη σε διακοινωνική βάση τάξη από την οποία απλά θα εκλείπει η κεντρική κεφαλή της εξουσίας και τα πάντα θα στηρίζονται στις αυτοδιοικούμενες κοινότητες.

Όμως η ποίηση αδιαφορεί παντελώς και γι' αυτό. Γι' αυτήν η κοινωνία, κάθε κοινωνία είναι ο θάνατος του πνεύματος, και ακόμα ο θάνατος της ανάμνησης ενός υπαρξιακού και υπεριστορικού Μυστηρίου από το οποίο πηγάζει κάθε ζωή, και που η ίδια επιχειρεί να το αναμιμνήσκεται. Σε μια κίνηση που είναι στην ουσία της αντι-ιστορική, όσο βαθειά (και ακριβώς γι' αυτό) και αν αντιλαμβάνεται ο ποιητής την Ιστορία, και ακόμα, υπερ-χρονική.

Όμως η εξω-ιστορική μετατόπιση του ποιητή δεν είναι και δεν μπορεί να συνιστά μια στείρα άρνηση της Ιστορίας, αλλά τουναντίον, μια βαθειά γνώση και συνείδηση της Ιστορίας, ωστόσο θεωρώντας αυτή την τελευταία σε κάθε περίπτωση όχι ως μια διαδικασία των αιώνων που μπορεί να βρει μια απόληξη στον εαυτό της αλλά έξω από αυτόν.

Δεν επιθυμεί η ποίηση να βρει μια θέση στην Ιστορία, αλλά να βρει τον θρόνο της έξω από την Ιστορία. Η ίδια είναι μια (προ)εδεμική απόληξη ενός μεταεδεμικού πανδαιμονίου.

'Ενας μιλτονικός Ξανακερδισμένος Παράδεισος που ακόμα ασφυκτιά στις άγονες πνευματικές ερήμους μιας άχρωμης και συμβατικής κοινωνικής Κόλασης. Φέροντας βέβαια πάνω του όλη την εμπειρία της Κόλασης (τουτέστιν της ανθρώπινης Ιστορίας) , μιας και το υλικό δόμησης αυτού του ξανακερδισμένου παραδείσου της ποίησης, δεν μπορεί παρά να είναι αυτή ακριβώς η εμπειρία της κόλασης, και εδώ τα πάντα μας ανάγουν σε μια εγελιανή κάθοδο, αντικειμενικοποίηση και υπέρβαση-αυτοεπιστροφή που επιχειρεί ένα παγκόσμιο Πνεύμα.

Πάντοτε είχα την εντύπωση πως ο διορατικός Γερμανός φιλόσοφος, (πριν "ανασκευαστεί" εκ δεξιών και αριστερών από τους μαθητές του) είχε συλλάβει εδώ μια μεγάλη ουσία της Ιστορίας. Ο Χέγκελ, υπήρξε κατά πάσα πιθανότητα ο πιο μεγαλοφυής Γνωστικός όλων των εποχών (η έννοια της "αντικειμενικοποίησης" ήταν εκπληκτικά κεφαλαιώδους σημασίας για όποιον θέλει να αντιλαμβάνεται βαθύτερα αυτά τα πράγματα), όσο και αν επιχείρησε ο ίδιος να καταρρακώσει τις ιδέες του ανεπιτυχώς, με την αποθέωση του Πρωσσικού κράτους. Γιατί είναι αλήθεια πως κάποτε η μεγαλοφυία ενός ανθρώπου μπορεί να είναι τόσο ισχυρή, ώστε όσο και αν προσπαθήσει αυτός ο ίδιος να την μειώσει, τούτο δεν επιτυγχάνεται.

Από αυτές τις απόψεις, κάθε όραμα για την ποίηση ως πνευματική δραστηριότητα που "μπορεί να αλλάξει τον κόσμο" δεν είναι μόνο ασύστατο αλλά και βαθειά αντιποιητικό. Πέρα βέβαια από το γεγονός πως είναι απλά αδόκιμο από κάθε στοιχειωδώς πρακτική έννοια. Κανένας κόσμος δεν άλλαξε επί τόσους αιώνες από την ποίηση, ακόμα και από την πλέον επιδραστική ανά τις εποχές, καμμιά κοινωνία δεν συνυπολόγισε έστω και κατ' ελάχιστον την ποιητική δραστηριότητα στην κίνησή της μπροστά.

Η ποίηση δεν είναι εδώ ούτε για ν' αλλάξει τον κόσμο ούτε και την λάμπα στο ταβάνι. Πρόκειται για την πιο βαθειά και πλήρως αντιπρακτική κίνηση του homo sapiens-sapiens.
Και πάντοτε παρέμενε και θα παραμένει "εκτός των τειχών", αλλά κατά ένα σκανδαλωδώς μυστηριώδη τρόπο "εντός του παλατιού".
Όχι μόνο δεν ενδιαφέρεται "να αλλάξει κανένα κόσμο", αλλά είναι αμφίβολο και το κατά πόσο μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά έναν άνθρωπο, στο βαθμό που αυτός για να αρχίσει να ασχολείται με την ποίηση, είτε αναγνωστικώς είτε με άμεσο τρόπο δημιουργικώς, δεν μπορεί παρά να ήταν ήδη "αλλαγμένος" και απλά να ανατροφοδοτεί την "διαφορά" του από το υπόλοιπο κοινωνικό σώμα, μέσω της ποίησης.

Γενικά, η ποίηση, δεν είναι εδώ για να "αλλάξει" κάτι. Αλλά μάλλον για να καταδεικνύει εκείνο που δεν αλλάζει ποτέ, και το οποίο ακόμα κείται μισοβυθισμένο σε έναν ύπνο αιώνων, και εντός του ανθρώπου.
Ή αλλιώς, μπορεί η ίδια να μην συνιστά τίποτε άλλο από το ψευδώνυμο της μίας Αλήθειας, όταν αυτή δεν θέλει να υπογράψει με το όνομά της.




Saturday, December 11, 2010

Η "ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ" ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Η ποίηση, όπως έγραφα και σε ένα άλλο ιστολόγιό μου, δεν έχει καμμία άλλη "υποχρέωση" ει μη εκείνη που φέρει προς τον εαυτό της. Τουτέστιν να είναι αισθητικώς άρτια και να θέλει να μιλήσει για κάτι όντως σημαντικό.
Οποιαδήποτε άλλη "υποχρέωση" που επιχειρείται να εμβολίζεται έξωθεν προς την ποίηση (και αυτό βέβαια αφορά και την τέχνη γενικώτερα), δεν είναι παρά προβολή εξωποιητικών ή και πλήρως αντιλογοτεχνικών αιτιάσεων προς ένα σώμα γραπτού λόγου, που, κακά τα ψέμματα, είναι αναφορικό και δικαιωματικό μόνον προς τον εαυτό του.

Είναι πολύ φυσικό, και όχι γι' αυτό λιγότερο απλοϊκό ως σκέψη, πως οι κατά κανόνα υψηλές συνισταμένες έκφρασης και διατύπωσης της πραγματικής ποίησης, όπως επίσης και το κλίμα "κάθαρσης" που επιφέρει στα ανθρώπινα μέσω του Λόγου, να μην μπορεί παρά να γεννούν κάποτε "μεσσιανικές" προσδοκίες στους λιγότερο υποψιασμένους "οπαδούς" της.

Και αυτό γιατί οι άνθρωποι έχουν πάντοτε την τάση να προσωποποιούν αφελώς υπερπροσωπικά φαινόμενα όπως η Τέχνη, και να απαιτούν τόσο από αυτήν όσο και από τον καλλιτέχνη, άλλου είδους "υπηρεσίες", κοινωνικές, πολιτικές κ.ά.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χίμαιρα από μια τέτοια θέληση, και ακόμα είναι και δείκτης στοιχειώδους ευφυίας, να μην απαιτεί κανείς τίποτε περισσότερο από μια ιδιότητα πέραν όσων αυτή επαγγέλλεται.
Η μόνη απαίτηση που μπορεί να έχουμε από τον ποιητή, δεν είναι παρά ποίηση όσο το δυνατόν καλύτερης ποιότητας, όπως δεν θα μπορούσαμε να έχουμε άλλη απαίτηση από τον ταξιτζή από το να μας μεταφέρει με το ταξί στο προορισμό μας, όσο το δυνατόν πιο άνετα.

Ο ποιητής, επι παραδείγματι, δεν είναι πολιτικός, μπορεί βέβαια να έχει τις οποιεσδήποτε πολιτικές απόψεις του, αλλά αυτές δεν προσθέτουν στο, ή αφαιρούν τίποτε από, το έργο του και την κατανόησή του.
Πολλώ δε μάλλον δεν θα μπορούσε να είναι κοινωνικός λειτουργός ή ψυχολόγος, ή υδραυλικός, ή γιατρός, ή παπάς, ή ποδοσφαιριστής, ή ακόμα και μέντιουμ κλπ. αν κάποια ή περισσότερες από αυτές τις ιδιότητες δεν ισχύαν παραλλήλως προς την ποιητική του και νομίμως τελούσες στην προσωπική και επαγγελματική ζωή του.

Το αντίθετο θα μπορούσε ασφαλώς να στείλει στην φυλακή όποιον ενδιαφερόμενο αφελή για το λιγώτερο, αντιποίηση επαγγέλματος.

Καθίσταται κάποτε αναγκαίο να δηλώνεται σαφέστατα και εκ νέου πως η ποίηση δεν είναι ούτε η φυσική προέκταση μιας άλλης δραστηριότητας, ούτε ο διαφημιστής ή προπομπός της.

Ποιητής σημαίνει ποιητής, τόσο απλό, τουτέστιν γράφω ποίηση.

Πιθανώς η προσδοκία της διασημότητας που όχι σπάνια, είναι αλήθεια, υφίσταται σε μεγάλο αριθμό λογοτεχνών, μπορεί να είναι αυτή που απλές έννοιες όπως η "ποιητική ιδιότητα" να τις καθιστά πραγματικά αγνώριστες (το λιγότερο).
Όμως η προσδοκία της δημοσιότητας στην ποίηση είναι ίσως η πιο ανόητη χίμαιρα που υπάρχει, επειδή ακριβώς δεν δύναται να υπάρξει, λείπουν οι αντικειμενικοί όροι που θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο.

Ειδικά στην Ελλάδα, όπου η ποίηση, στην καλύτερη των περιπτώσεων ποτέ δεν ήταν ζήτημα άνω των 200-300 αφοσιωμένων αναγνωστών της. Όπως καταλαβαίνει κανείς, θα ήταν τσάμπα κόπος στην κυριολεξία αν υπήρχαν τέτοιες άτοπες και άκαιρες προσδοκίες. Θα ήταν ασφαλώς πιο έξυπνο, αν κάποιος επιθυμεί την δημοσιότητα, να γίνει πολιτικός ή μπασκετμπωλίστας, επειδή 200 άτομα, κάθε άνθρωπος έτσι κι αλλιώς έχει στη ζωή του να τον γνωρίζουν..Δεν είναι ανάγκη γι' αυτό να ταλαιπωρήσει και την ποίηση από πάνω.

Βέβαια, θα πει κάποιος, η ποίηση δεν είναι ακριβώς μια "ιδιότητα" την οποία μπορεί να φέρει ένας άνθρωπος όπως κάθε άλλη. Το αντικείμενό της, πέρα βεβαίως από την αισθητική λειτουργία που ενέχει η ίδια, δεν είναι σαφώς καθορισμένο, και ακόμα , από την φύση της η ποίηση δεν μπορεί παρά να απλώνει αχανείς πλοκάμους σε πάρα πολλούς άλλους γνωστικούς τομείς και ανθρώπινες δραστηριότητες.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αλήθεια από αυτό. Πράγματι, η "ειδικότητα" της ποίησης δεν έχει ως αντικείμενό της κάτι το εξ ίσου "ειδικό", αλλά αυτό το γενικό, το ίδιο το καθολικό.

Από τους καιρούς του Schiller, αυτό το γνωρίζουμε πολύ καλά πλέον και το αντιλαμβανόμαστε, όσοι από τους ποιητές το αντιλαμβανόμαστε, θαυμάσια.

Είναι όμως ωστόσο και μια αλήθεια πάντοτε "κρίσιμη" και τελούσα στην "κόψη του ξυραφιού". Γιατί πολύ εύκολα μπορεί να μετατραπεί στο καρικατουρίστικο αντίθετό της και να οδηγήσει τα πάντα σε ένα όχι και τόσο εύρυθμο εξωποιητικό και παραποιητικό χάος...

Όπως ακριβώς, σε ένα ποίημα, είναι πάντοτε εξαιρετικά λεπτό και κρίσιμο, αν όχι πλήρως αθέατο και αδιάγνωστο, το σημείο εκείνο που μεταμορφώνει το ισχύον σώμα του λόγου σε ούσα ποίηση, και η κακή χρησιμοποίησή του μπορεί να οδηγήσει όχι σε ποίημα αλλά στο καταρράκωμά του, έτσι και η προναφερόμενη αλήθεια, μπορεί κάλλιστα να αποβεί από ένα εργαλείο γνώσης, σε σύντριμμα επιδεικτικότατης άγνοιας.

Πράγμα που οι ώριμοι και συνειδητοί ποιητές, το αποφεύγουν, ή οφείλουν να το αποφεύγουν, ξέροντας ακόμα πως δεν υπάρχει εξ ίσου μεγαλύτερη αλήθεια και από εκείνην που ρητώς γνωστοποιεί πως ο "καθείς εφ ω ετάχθη".

Όλα τα άλλα είναι προορισμένα να γίνουν κονιορτός.




Saturday, March 20, 2010

Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΒΑΤΟΝ ΤΗΣ

"Καὶ ὁ λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ"
(Ιωάννης 1:14)


Στο κείμενό μου με τίτλο "Ποίηση και Αναγκαιότητα" ενετόπιζα τις κατά τη γνώμη μου σταθερές παραμέτρους αξιολόγησης ενός ποιητικού έργου, παράμετροι που έχουν να κάνουν τόσο με την φύση μιας συγκεκριμένης εποχής, όσο, και κυρίως, με το πέραν αυτής ως το πλεόνασμά της, το οποίο οφείλει η ποίηση να συλλαμβάνει και να "καθαρπάζει" εν εμπνεύσει και πραγματώσει, και βάσει αυτού να καθίσταται σε τελική ανάλυση διαιώνια αξία ή όχι.

Επειδή ακριβώς η ποίηση είναι περισσότερο απ' όλες τις τέχνες εκείνη που θα αποκαλούσαμε μια αναλλοίωτη σταθερά μέσα στο χρόνο, τουτέστιν, ένα μέγεθος ασάλευτης έκφρασης και παγίωσης του νοητικού μέσα σε έναν, στην κυριολεξία, χαοτικών αλλαγών κόσμο και συνεπακολούθων εξαιρετικά ασταθών οριζουσών σκέψης και εκτίμησης.

Ο κόσμος έρχεται να εκτιμήσει, η ποίηση να αποτιμήσει.

Σε μια άλλη διάσταση αναφοράς, ο πρώτος έρχεται να εξελίξει κάτι, η ποίηση, ωστόσο, μάλλον να το ακινητοποίησει στην καλύτερη πνευματική και ερμηνευτική εκδοχή του.

Όπως καταλαβαίνει κανείς όχι και τόσο εύκολα λοιπόν, η επενέργεια της ποίησης στα ανθρώπινα είναι "αριστοκρατικής" υφής και ακόμα, μια κίνηση από τα πάνω προς τα κάτω, και όχι το αντίθετο.

Όσες φορές επιχειρήθηκε να προσδωθεί μια πιο "λαϊκή" ή εσκεμμένης πρόθεσης "μαζική" διάσταση στις ποιότητες των αρμών που προσδένουν την ποίηση με τους αποδέκτες της, τότε είχαμε στην καλύτερη περίπτωση κάτι το εξαιρετικά άτσαλο ως αποτέλεσμα, και στη χειρότερη, μια πλήρη ιλαροτραγωδία.

Πράγμα άλλωστε λογικό, στο βαθμό που η ποίηση συνιστά, όχι απλά μια τέχνη, αλλά πρωτίστως ένα άβατον του Λόγου, αν μπορεί να το πει κανείς έτσι, συνεπώς κάτι από τη φύση του ιερόν, όχι τόσο με τη λατρευτική-μεταφορική έννοια, όσο, -για έναν πραγματικό ποιητή τουλάχιστον- με την πλέον ρεαλιστική και αδυσώπητη της λέξης.

Αν "ο Λόγος εγένετο σαρξ" για να θυμηθούμε την καταπληκτική διαπίστωση του Ιωάννη, τότε, πέρα από την ομιλία (το θείο και σκοτεινό μυστήριο της ομιλίας) και τη γραφή, η σαρξ του Λόγου είναι πρωτίστως αυτό το σώμα της ποίησης, ο ναός ενός μακροκοσμικού ανθρώπου εντός του οποίου τελούνται οι διεργασίες υψώσεώς του από το ακατέργαστο επίπεδο του νοείν μέσω του συμβατικού λόγου προς ένα είδος συγκεντρωτικής και απόλυτης σκέψης, στην οποία, μια λέξη μπορεί να έχει την αξία και την σημασία εκατό λέξεων σε κοινότερη χρήση μέσα στο καθημερινό λόγο.

Αναρωτάται συνεπώς κανείς, και εύλογα, ποια μπορεί να είναι η δημόσια στάση και θέση ενός πραγματικού ποιητή απέναντι στο ιερό μυστήριο της ποιήσεως, και στο βαθμό βέβαια που ο ίδιος είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει πως ο,τιδήποτε έχει να κάνει εδώ με μια περαιτέρω "αντικειμενικοποίηση" του Λόγου, όχι αναγκαία και νομοτελειακή, και υπαγορευόμενη από μια όχι και τόσο νοήμονα επιθυμία "μικροεπιφάνειας", "μικρομεγαλισμού" και "αυτοανάδειξης" μέσα από οποιονδήποτε τρόπο, είναι τόσο εύστοχο για τη ποίηση όσο πιθανώς θα ήταν η τοποθέτηση πηρουνιών μέσα σε ένα ανθοδοχείο... (αν και κάποιες φορές κάτι τέτοιο θα είχε αναμφίβολα ειδικό ενδιαφέρον νοσηρών συνιστωσών αλλά σε κάθε περίπτωση όχι μόνιμο).

Ο σάλος, η θορυβώδης κίνηση της "αγοράς" , οι εξ ορισμού πάντοτε γελοίοι και συμπλεγματικών εκκινήσεων "λογοτεχνικοί" καυγάδες και αστείοι διαξιφισμοί που ως κίνητρό τους δεν κρύβουν τίποτε περισσότερο από το απλοποιημένο "ζήτω εμείς, κάτω εσείς" ήταν, είναι και θα είναι πάντοτε ξένα σώματα προς την πραγματική ποίηση και ο συντομότερος δρόμος για την φαιδροποίησή της.

Ο χρόνος άλλωστε μέσα στον άτεγκτο βηματισμό του στην Ιστορία της Λογοτεχνίας και εν γένει του ανθρωπίνου πνεύματος, στην κυριολεξία εξανεμίζει όλα αυτά τα παρα-ποιητικά φαινόμενα και παρενέργειες και τα εναποθέτει -μαζί με τους φορείς τους- αργά η γρήγορα, είναι κάτι περισσότερο από αλήθεια αυτό, στην ανυπαρξία.

Πράγμα, βέβαια, που είναι αναμενόμενο. Επειδή ακριβώς το μυστήριο της ποίησης δεν συγχωρεί και ούτε πρόκειται να συγχωρήσει ποτέ μια περισσότερη "εκκοσμίκευση" απ' όση το ίδιο ορίζει, και περαιτέρω μια αυξανόμενη σε ποσότητα και ποιότητα "ενδοαλλοτρίωσή" του περισσότερη απ'όσο το ίδιο είναι διαθέσιμο να ανθέξει.

Όπως ακριβώς ένας ναός παύει να είναι ναός, αν οι συγκεντρωμένοι, ή ακόμα οριακότερα, οι ιερείς, αρχίζουν να φλυαρούν στα καθημερινά ή τσακώνονται και ασχημονούν ακόμα και εν τω μέσω της λειτουργίας, έτσι και η ποίηση και ο ποιητής έχουν πάψει προ πολλού να υφίστανται ως συγκεκριμένες υπαρκτές ποιότητες, όταν πλέον το κούφιο άγχος για προσωπική καταξίωση περνάει μέσα από τον ιδιάζοντα και ιδιοπαθή συνήθως "θόρυβο" και την ευτέλεια της έκπτωσης του ποιητικού λόγου σε άναρθρες αιτιάσεις και φωνασκίες, μέσα μάλιστα σε εκείνο τον "χώρο" που οφείλει πάνω απ'όλα να είναι ο ναός του Λόγου και όχι το γήπεδο εκτόνωσης του καθενός ερασιτέχνη ή σαχλοαισθηματία γραφιά.

Σε αυτές τις περιπτώσεις βέβαια, όπως έχει επισημανθεί αρκετές φορές από την Ιστορία της Λογοτεχνίας πρώτα παύει η ποίηση και μετά ο ποιητής.

Κατά κανόνα, η αδυναμία παραγωγής τουλάχιστον αξιοπρεπούς έργου κρύβεται πίσω από τις περισσότερες καταρρεύσεις της ποίησης και της ατμόσφαιράς της σε ένα γελοιογραφικό χάος τσακωμών, διαμαρτυριών, υστεριών, δημιουργίας "παρα-ποιήσεως" κλπ. κλπ.

Και είναι κοινό μυστικό, πως εκείνος που "επιτίθεται" πρώτος, έχει ήδη χάσει το παιγνίδι για το απλούστατο λόγο ότι με αυτή τη κίνηση αναγνωρίζει το ελλειματτικό της ποιητικής υπόστασής του.
Αν είχε και την στοιχειωδέστερη αυτοπεποίθηση και πίστη σε αυτό που κάνει, και ήταν απηλλαγμένος από κάθε αίσθημα φθόνου και ζηλοτυπίας, πολύ απλά δεν θα ένοιωθε την ανάγκη για τέτοιες αυτοκαταρρεύσεις λόγου και προσωπικότητας.

Ο ποιητής εκείνος που έχει πραγματικά δημιουργήσει μέσα στην ποίηση δεν έχει ανάγκη να προσφεύγει αυτοκαταστρεφόμενος σε τέτοιες διαδικασίες.
Ξέρει να περιφρουρεί σοφά το ταλέντο του και να μην μειγνύεται με τη σκόνη του χρόνου...
Ξέρει πάνω απ'όλα να προφυλάσσει το ιερό της ποιήσεως από την δυσλαλία μιας ψευδούς κοινωνικότητας που προσπαθεί να εξισώσει με την ανούσια υπόστασή της ό,τι δεν καταλαβαίνει και να ερμηνεύσει τα ανερμήνευτα, όχι πια -και εδώ είναι η τραγωδία- με την πολυτροπία του ποιητικού λόγου, αλλά με τις μονοδιάστατες ταυτοποιήσεις και απλουστευτικές αποφορές της πιο επίπεδης και ρηχής, και πάντοτε όπως έχει παρατηρηθεί σε αυτές τις περιπτώσεις, "θυμικής" (μη) ποιότητας "γραφής".

Σίγουρα δεν είναι όλοι οι άνθρωποι για το ιερό της ποιήσεως. Είναι κάτι περισσότερο από βέβαιο, πως αρκετοί δεν μπορούν να ανθέξουν την έλλειψη μιας παραποιητικής ψευδοκοινωνικότητας και των άχαρων "ζυμώσεών" της από το περιρρέοντα χώρο του ποιητικού σώματος.

Δεν μπορούν βέβαια, εκτός αν είναι...πραγματικοί ποιητές. Αλλιώς, κακά τα ψέμματα, δεν κάνουν γι'αυτή τη δουλειά.

Ο ποιητής οφείλει να μιλάει με το έργο του και μόνον.

Όπου αυτό εκλείπει , αρχίζουν τα άχρηστα "έκτροπα", τα οποία συνήθως είναι τόσο ...έξυπνα και τόσο αποτελεσματικά, όσο και ο μοναχικός ήχος του κουδουνιού της αδιόρθωτης βλακείας μέσα στο καμπανοστάσιο της πραγματικής δημιουργίας...

Από αυτή την άποψη, το άβατον της ποιήσεως είναι πραγματικό , υπαρκτό, αλλά δεν το κατανοούν, όχι οι πολλοί ή οι λίγοι, αλλά όσοι δεν πρέπει έτσι κι αλλιώς να το κατανοήσουν και δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση να το κατανοήσουν στον αιώνα, ακόμα και αν η πρόθεσή τους φανεί ότι αλλάζει επ'αυτού.

Κατά συνέπεια, ούτε ο κακής ποιότητας "διαμαρτυρόμενος", ούτε ο αδιόρθωτα ερασιτέχνης, μηδέ ο κούφιος λαϊκός και συναισθηματολόγος ποιητής, μήτε και ο αναχρονιστικός "ποιητής-σπουργίτι" που με παιδιάστικους λεττρισμούς αποπειράται να περισώσει τα εννοιολογικά ναυάγιά του, γενικά, ο περιορισμένων δυνατοτήτων και βεληνεκούς, θα εννοήσουν ποτέ ότι δεν είναι τόσο το άχρωμο και μέτριο έργο τους που τους ωθεί σε μια κωμικοτραγική "υπέρβαση" προς τα κάτω των σοφά οριοθετημένων από τους αιώνες πέπλων που συγκρατούν την ποίηση από την έκπτωσή της σε καθημερινό, άσκοπο ή χυδαίο λόγο και πρακτική.

Είναι πάνω απ'όλα η αδυναμία κατανοήσεως πως το άβατον της ποιήσεως είναι βατό μόνο για εκείνους που είναι αποφασισμένοι να μιλήσουν μονάχα με το έργο τους.

Όλα τα υπόλοιπα είναι αστεία, και προοριζόμενα μόνο για τις χωματερές ούτε καν της ιστορίας της λογοτεχνίας (αλλοίμονο αν ησχολείτο με τέτοια...), αλλά αυτής της τρεχούσης καθημερινότητας.



Thursday, March 4, 2010

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ

Η ποίηση θα σκεφτούν πολλοί, και όχι αδικαιολόγητα, δεν είναι "αντικειμενικό" μέγεθος, συνεπώς η υποκειμενική προτίμηση και επιλογή ενέχουν εδώ βαρύνοντα ή πρωτεύοντα ρόλο όσον αφορά την αξιολόγησή της.

Πράγμα που είναι σχετικώς και μόνον σωστό με την έννοια ότι εφαρμοζόμενο σε μια στενή προοπτική του χρόνου ή σε ένα παρόν, και ακόμα δε περισσότερο αν λογίζεται εντός μιας ιδιωτικής συναναστροφής , μπορεί να ανταποκρίνεται σε μιαν εμπειρική αλήθεια. Η οποία τέτοια αλήθεια όμως είναι μάλλον βραχύβια.

Διότι όταν αποφασίζουμε κάποτε να θεωρούμε την λογοτεχνία sub specie aeternitatis, εκεί ανακαλύπτουμε πάντα με τρόπο που ελάχιστα επιδέχεται αμφιβολίες, πως είναι εντελώς διαφορετικά τα κριτήρια που αξιολογούν ένα έργο και ενδεχομένως το απαθανατίζουν.

Το άτομο αναφορικά προς την ποίηση προσπορίζεται συνήθως μια άλλου είδους αναγκαιότητα προσέγγισής της, εκείνη που θα του επιτρέψει να βρει κάτι που θα "ταιριάξει" με τον ήδη σχηματισμένο προσωπικό κόσμο του ή εκείνη που θα δικαιώσει κάποιες σταθερές επιλογές του.
Βέβαια, ακόμα και σε ένα τέτοιο επίπεδο, το γούστο (αν δύναται να υπάρξει τέτοιο πράγμα στη τέχνη, - αισθητική συνήθως ναι) δευτερευόντως έχει να κάνει με την προτίμηση, όχι περισσότερο τουλάχιστον από την τάση του ανθρώπου για αναγνώριση ψυχολογικών συγγενειών και ομοιοτήτων έξω από αυτόν τον ίδιο.

Ένας ολόκληρος κόσμος ωστόσο αναφορικά προς την ποίηση εκβάλλει μια εντελώς διαφορετική αναγκαιότητα αξιολόγησης και αφομοίωσής της.

Κάθε εποχή, θα έλεγε κανείς, πώς έχει πάντοτε ως μυστικό αίτημά της από την ποίηση, όχι τόσο να αντανακλάται μέσω αυτής (η ποίηση δεν είναι εφημερίδα) αλλά να εκφράζεται απ' αυτήν (πράγμα διαφορετικό από την απλή αντανάκλαση) και κυρίως να υπερβαίνεται απ'αυτήν κατά πολύ, ή τουλάχιστον να ωθείται σε ένα όριο από το οποίο αυτή η εποχή θα αναζητήσει το καινούργιο εν εξελίξει και εφαρμογή.

Συνεπώς, η αναγκαιότητα εδώ έχει να κάνει περισσότερο με την νέα έκφραση όπως επίσης και με τα εργαλεία εκείνα του λόγου που ενδεχομένως θα ανανεώσουν όχι μόνον την γλώσσα αλλά και έναν ολόκληρο τρόπο του σκέπτεσθαι και του οράν στην ποίηση αλλά και στο αντίθετο αυτής: την καθημερινότητα.

Από αυτή την άποψη ο,τιδήποτε ανήκει σε ένα "παρόν", ήτοι αρέσκειες και απαρέσκειες, συμπάθειες και αντιπάθειες, σκοπιμότητες και αγαθότητες, αλληλεγγύη και αντιζηλίες, ευεργεσίες και συμπλεγματικές καταστάσεις, αναγνωρίσεις και ζηλοτυπίες, κονιορτοποιούνται πραγματικά από την εκάστοτε επερχομένη κρίση του μέλλοντος.

Λες και σαν να μην υπήρξαν ποτέ, όλες οι αδιέξοδες ή πανικοβλημένες προσπάθειες των γραφέων για αναγνώριση, οι αγωνίες τους, οι σχεδιασμένες ή αυθόρμητες κινήσεις τους για αυτοεπιβεβαίωση σε έναν στενό συνήθως κύκλο μέσα στο χρόνο τους, αποσύρονται πίσω από τις κεκλεισμένες θύρες της Ιστορίας της Λογοτεχνίας όταν αυτή αποφασίζει -ως μια παντελώς απρόσωπη δύναμη δικαίωσης της αναγκαιότητας μιας εποχής για αρτίωση μέσω του λόγου και αυτοϋπέρβαση-, για το τι πραγματικά αξίζει να τεθεί στην πρωτοπορεία της και να εκτιμηθεί σε πρώτη γραμμή.

Ή αλλιώς, όπως θα έλεγε και ο Hegel, "die Weltgeschichte ist das Weltgericht" (η Ιστορία του κόσμου είναι η κρίση του κόσμου).

Και η κρίση, όπως μας έχει δείξει αυτή η Ιστορία είναι ένα θέμα που αφορά πάντα τους κατοπινούς και όχι τους συγκαιρινούς. Ή από τους δεύτερους, μόνον οι εκφράζοντες πλήρως και διεξοδικώς κριτικό και αποτιμητικό λόγο χωρίς προσωπικά κίνητρα μπορούν να συνεκτιμηθούν ανάμεσα στα βλέμματα του μέλλοντος.

Για να γίνουν όλα αυτά περισσότερο κατανοητά, ας πάρουμε δυο παραδείγματα από την Ιστορία της ποίησης του 20ού αιώνα.

Το πρώτο, ας έχει να κάνει με τον άνθρωπο που "διαφήμισε" (με την καλή, πνευματική έννοια) περισσότερο απ'όλους την ελληνική ποίηση στον υπόλοιπο κόσμο, τον Κωνσταντίνο Καβάφη, και το δεύτερο, με τον Ezra Pound, έναν αναντίρρητα μεγάλο ποιητή του 20ού αιώνα και αμφισβητούμενη φυσιογνωμία ο ίδιος όσον αφορά τις πολιτικές (και μάλλον εξ αφελείας ωθούμενες) επιλογές του.

Ο Καβάφης ήταν τελικά ο άνθρωπος που είχε πραγματικά να πει κάτι την κατάλληλη στιγμή και όταν εκείνη η στιγμή χρειαζόταν μόνο (ή κυρίως) αυτό που είχε να πει ο Καβάφης.

'Ενα συνταιριάσμα μοναδικοτήτων, δηλαδή, αντίληψης, χρόνου και παγκόσμιας ανάγκης, αυτό ήταν ο Καβάφης, πράγματα που όπως καταλαβαίνει κανείς ήταν σχεδόν αδύνατον να γίνουν ορατά στο καιρό του.
Σε αυτόν τον τελευταίο θα μπορούσε να ανεύρει κανείς μονάχα εκείνο το λογοτεχνικό πανδαιμόνιο που ανευρίσκεται και σε κάθε άλλη εποχή. Ο αγώνας των γραφέων για αναγνώριση και καταξίωση, μέσα σε ένα κυκεώνα προσωπικών προτιμήσεων και συγκρούσεων για υποτιθέμενους λογοτεχνικούς λόγους (σπάνια υπήρχαν πραγματικοί τέτοιοι) που στην ουσία δεν έκρυβαν τίποτε περισσότερο από το αφελές δίλημμα του "γιατί εσύ και όχι εγώ;".

Έπρεπε να περάσει ένα ικανό χρονικό διάστημα και να διαλυθούν όλα αυτά στην ανυπαρξία για να κατανοηθεί το μεγάλο ποιητικό βεληνεκές του Καβάφη και να αποδωθούν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και η δόξα του χρόνου τω ποιητή.

Το ίδιο σχεδόν μπορεί να λεχθεί και για τον Ezra Pound. Ήταν ο άνθρωπος που κατενόησε βαθύτατα και συνειδητότατα την βαθειά ανάγκη της μοντερνιστικής εποχής στην τέχνη και για επική , ολοκληρωμένη έκφραση πέρα από τον αποσπασματικό η μερικοποιημένο λόγο.

Ένα εγχείρημα σχεδόν τιτανικής ορμής το οποίο ωστόσο δεν πρέπει να ιδωθεί σαν το "γούστο" ή το προσωπικό βίτσιο ενός τυχαίου ανθρώπου, στη θέση του οποίου κάλλιστα θα μπορούσε να είναι ένας άλλος με ένα άλλο "γούστο" ή βίτσιο, αλλά ως η ανεπανάληπτη και μοναδική ανάγκη ενός ολόκληρου κόσμου μια δεδομένη στιγμή για αυτο-ταυτο-ποίηση, αναγνώριση του εαυτού του μέσα στον και από τον εαυτό του.
Και ταυτόχρονα, μέσα σε όλη αυτή την διαδικασία καθαρής αυτογνωσίας σε μακροκοσμικό επίπεδο, αναλαμπή και προ-όραση του μελλοντικού κόσμου με νέες , φρέσκες συνιστώσες που έρχονται κάθε φορά να κατακαθίσουν στην ανθρωπότητα πρώτα στην περιοχή της ιδέας και του λόγου και κατόπιν να περάσουν σε ορατότητα πραγμάτωσης, σε όποιο βαθμό περάσουν, ολοκληρωτικώς, μερικώς ή καθόλου.

Όπως είναι εύκολα αντιληπτό λοιπόν είναι άλλο πράγμα η ατομική προτίμηση και άλλο η καθολική αναγκαιότητα της ποιήσεως.

Σε χώρες μάλιστα, όπως η Ελλάδα που το σύνδρομο αυτοϊκανοποιούμενης γήρανσης είναι μάλλον εκτεταμένο και όπου η ποίηση που γράφεται στις μέρες μας, είναι σε ένα μεγάλο (αν όχι μέγιστο) ποσοστό της γερασμένη ήδη από τη γέννησή της, καθυποβαλλόμενη μόνον από φοβίες του παρελθόντος και χωρίς φρεσκάδα, χωρίς όραμα , χωρίς ανάγκη να αποδοθεί κάτι πραγματικά καινούργιο στην εποχή της, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα προτίμηση και αναγκαιότητα δεν είναι πάντα σαφής.

Χρειαζόμαστε και εδώ ένα πραγματικά νεαρό βλέμμα αιώνων.
Μια άλλη, επιτέλους οπτική που θα μας επιτρέψει να "ξεκολλήσουμε" από ανενεργείς πλέον φόρμουλες του παρελθόντος και να συνειδητοποιήσουμε την ευθύνη του χρόνου.

Πράγμα όμως που έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται ποτέ να αφορά τους "πολλούς" και δεν πρόκειται ακόμα περισσότερο να είναι ζήτημα μιας ζύμωσης, ενός επηρεασμού ή μιας προπαγάνδας (αυτές οι αφέλειες αποτυγχάνουν και απορρίπτονται σε χρόνο ρεκόρ από τον βηματισμό της Ιστορίας της Λογοτεχνίας, - σε οποιαδήποτε άλλη τέχνη μπορεί να έχουν ένα νόημα, στην ποίηση όμως συνιστούν απλά ανοησία), αλλά θέμα, θα έλεγε κανείς, της απρόσωπης και τυφλής επέμβασης της αναγκαιότητας του λόγου και της εποχής μέσα από συγκεκριμένα υποκείμενα και τις ατομικές πρακτικές τους στην περιοχή της καλλιτεχνικής πραγμάτωσης μιας καθολικής ιδέας, ανεξάρτητα από το κατά πόσο το συνειδητοποιούν εκείνη τη στιγμή.