Saturday, May 30, 2015

SERGEI RACHMANINOFF - Piano Concerto No.3 In D Minor (1909), by Khatia Buniatishvili



Τι είναι λοιπόν η μουσική του Rachmaninoff;

Δεν είναι τίποτε άλλο από μια έντονη συνομιλία στο ημίφως της εποχής, τα αραιά οχήματα στους δρόμους, ένα μόνον σύννεφο που διακρίνεται στον ορίζοντα ωσεί μυστηριακό τέμπλο του Λόγου, η αγκαλιά της αγαπημένης στην έρημη λεωφόρο μετά την βροχή, ένα παλτό αφημένο στην άκρη της νυχτερινής αίθουσας, και ένα τραίνο που αναχωρεί ξαφνικά για την ενδοχώρα του χρόνου.

Ο Rachmaninoff είχε το χάρισμα να μετασχηματίζει συνθετικά την διαδοχή των δευτερολέπτων σε φωτεινή μαγεία έρωτα, νοσταλγίας και προσμονής. Ίσως ο πιο μεγαλοφυής ρομαντικός συνθέτης της πολύ ύστερης ρομαντικής περιόδου, όταν ο 20ός αιώνας από μουσική άποψη είχε αρχίσει ήδη να παίρνει άλλες κατευθύνσεις.

Το Τρίτο Κονσέρτο για πιάνο, είναι αρκετά "δύσκολο" από τεχνική άποψη και απαιτεί ερμηνευτές με θαυμαστό αυτοέλεγχο αλλά και με ορμητικό πάθος επί των πλήκτρων. Τα δύο αυτά στοιχεία, άλλωστε,  στην ίδια την σύνθεση του κονσέρτου μας έδωσαν ένα αριστούργημα που ποτέ δεν έλειψε από τις αίθουσες συναυλιών, ερμηνευόμενο μάλιστα κατά καιρούς από κορυφαίους σολίστ, όπως ο Horowitz, ο Gilels, o Van Cliburn, η Argerich κ. ά.

Η συγκεκριμένη ερμηνεία από την Γεωργιανή σολίστ Khatia Buniatishvili που ζει εδώ και χρόνια στην Γερμανία, και με μαέστρο τον Neeme Järvi που διευθύνει την Verbier Festival Orchestra, είναι πάρα πολύ αξιόλογη και σίγουρα μια από τις πιο ενδιαφέρουσες που μπορεί να ακούσει κανείς στις πλέον σύγχρονες εκτελέσεις του έργου.

Wednesday, May 13, 2015

QINGHAI LAKE - A Mongolian Song



Η αγαπημένη μου μουσική, μετά την κλασσική, είναι κάθε μουσική που προέρχεται από τις κουλτούρες των λαών του κόσμου.

Το συγκεκριμένο τραγούδι από την Μογγολία, πολύ παλαιών καταβολών, είναι πανέμορφο, και παρόλο που εκφέρεται σε μια κάπως "ποπ" μορφή (ποιοτική όμως και όχι αγοραία), κατορθώνει να γοητεύει και να εκπλήσσει με ανεπανάληπτο τρόπο τους ακροατές  .

Κάτι σημαντικό: προσέξτε τις χορευτικές κινήσεις της τραγουδίστριας κατά τα πρώτα δύο λεπτά και θα κατανοήσετε γιατί η ασιατική κουλτούρα σε αυτές τις περιοχές είναι πολύ ιδιαίτερη: καθαρά κινήσεις μιας κοσμικής κούκλας (και όχι μόνον επειδή προφανώς είναι "κούκλα" η  ίδια), σαν ένα πολύφωτο των θεών επί γης, 

η αδιόρατη, άκρως μυστηριακή ύφανση των γήινων πεπρωμένων, ένα όραμα που η Ασία θα το καταλάβει από νωρίς, ανεξάρτητα από το αν τελικά "υποτάχθηκε" σε αυτόν τον κοσμικό χορό και απέφυγε την οδυνηρή εωσφορική "ώθηση" της Δύσης προς ένα πάση θυσία αυτοχειραφετούμενο "υποκείμενο" της Ιστορίας.



Thursday, April 2, 2015

Η "ΔΙΑΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ" ΩΣ ΘΕΩΡΗΣΗ: έχει, αλήθεια, λόγο ύπαρξης;



Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η λεγόμενη "διακειμενικότητα" συχνά δεν καταλήγει σε τίποτα άλλο από τέχνασμα που μετέρχεται μια μερίδα "λογοτεχνών" σε εποχή γενικευμένης παρακμής των γραμμάτων, με σκοπό να αναπληρώσει τα όποια δημιουργικά αδιέξοδα αισθάνεται ή βιώνει. Σε πείσμα μάλιστα, εκείνων που πιθανόν να διάκεινται ευμενώς προς την όλη θεώρηση της "διακειμενικότητας", η οποία όμως θα πρέπει να λεχθεί εδώ πως ακόμα και αν δεν είναι από άποψη ουσίας "περιττή" (πράγμα πολύ πιθανό), καθίσταται σίγουρα "ύποπτη" ως προς την χρήση της.

Ακόμα και η Julia Kristeva που φέρεται συνήθως ως η πρώτη εισηγήτρια του όρου, δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα έτριβε τα μάτια της από έκπληξη αν έβλεπε το πόσο συχνά η αιτίαση της διακειμενικότητας αποβαίνει απόπειρα αιτιολόγησης  "πλιάτσικου".

Μα ήταν τότε σίγουρα αφελής η Γαλλοβουλγάρα διανοούμενη. Αν πάει κανείς να εισάγει τέτοιους όρους σε ένα "κοπάδι" που στην πλειοψηφία του ή τουλάχιστον κατά σημαντικό ποσοστό και λόγω της ανθρώπινης φύσης δεν είναι ό,τι καλύτερο, ας μην φαντάζεται τότε πως η "αντικειμενοποίηση"  (με την εγελιανή έννοια της λέξης) αυτών των όρων θα είναι κάτι καλύτερο από αυτό το κοπάδι! Ο,τιδήποτε και αν "ρίξει" κάποιος ως ιδέα ή νέα εννοιολογία στους ανθρώπους, θα την κάνουν "χάλια" μετά από λίγο καιρό.

Γιατί; διότι έτσι δυστυχώς είναι η ανθρώπινη φύση, και δεν έχει ως προς αυτό παρά να ρίξει κανείς μια ματιά στην Ιστορία (και εκείνη του ανθρώπινου πνεύματος για να δει πώς "αλλοτριώνονται" και "παραμορφώνονται" πάνω απ' όλα οι "ιδέες"!). Και από αυτή την άποψη, ένας διανοούμενος θα πρέπει να είναι παρά πολύ "προσεχτικός" και να προβλέπει το "χάλι" που μπορεί να προκύψει από ό,τι "εισάγει" και παρά, ασφαλώς, τις προθέσεις, όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση εκείνες της Kristeva.

Ως προς τι λοιπόν διαφέρει ή θα έπρεπε να διαφέρει η "διακειμενικότητα" (στην καλύτερη ή πιο "αγαθή" έννοιά της) από αυτό που θα λέγαμε τυχούσες νόμιμες (κατ' ελπίδα), στον έναν ή τον άλλον βαθμό, επιρροές; Και όμως, όχι σπάνια οι "πρωτοφανέρωτοι" όροι δημιουργούν, συνειδητά ή ασυνείδητα και νέες "βλέψεις" σε αφελείς ή κακοήθεις.

Αν δεν υπήρχε η ανάγκη για κάτι "άλλο", (και αρκετές φορές όπως εφάνη στην συγκεκριμένη περίπτωση μιας όχι αγαθής από δυνητική άποψη χρήσης και παρά την πιθανή ή όχι αγαθή πρόθεση), δεν θα εφευρίσκετο καινούργιος όρος. Μα, ας σταθεί κανείς για παράδειγμα σε αυτό το εξαμβλωματικό που όσο και αν προσπαθεί να πείσει περί του "αυτονοήτου" του άλλο τόσο καθίσταται αδιανόητο στην (υποτίθεται) "μεταφορική" διατύπωσή του:

Τι πάει να πει "συνομιλία των κειμένων μεταξύ τους", λες και σε περίπτωση νόμιμης επιρροής ή εμφανούς αναφοράς σε κάτι άλλο, δεν είναι ένα συγγραφικό μυαλό που συνειδητά "συνομιλεί" με ένα κείμενο !; 
Στην καλύτερη περίπτωση πρόκειται για συνομιλία ανάμεσα σε "πρόσωπα", το ένα από τα δύο εμμέσως δια "αντιπροσώπου" (ήδη γεγραμμένου κειμένου) και εδώ που τα λέμε συνήθως παρά την θέληση, συγκατάθεση αλλά και επίγνωσή του μιας και τις περισσότερες φορές πρόκειται για τεθνεώτες συγγραφείς. Στην χειρότερη δε περίπτωση, έχουμε αντιγραφή ή μίμηση και δυστυχώς η "διακειμενικότητα" καλείται πολλές φορές να την καλύψει. 
Σε λίγο θα μας πουν ότι τα κείμενα μπορεί να πίνουν και καφέ μαζί, άρα εντάξει, δεν χάλασε ο κόσμος αν τρέχει και καμμιά "λογοκλοπή"!  Μην το γελάτε, στην Ελλάδα τουλάχιστον η "διακειμενικότητα" παραδόξως αλλά καθόλου τυχαίως, ανακύπτει ή "ξεθάβεται" όταν έχουμε κάποιο κρούσμα λογοκλοπής ή ιδεοκλοπής.

Όμως, όσοι λογοτέχνες έχουμε ακόμα σώας τας φρένας μας, γνωρίζουμε από τους αιώνες ΜΟΝΟΝ τις εξής έννοιες:

1. Πρωτότυπη δημιουργία ή πρωτότυπο μέρος αυτής που μπορεί να συνιστά κεντρική ιδέα (ή κεντρικές ιδέες) ενός έργου, αναγνωρίσιμη και διακριτή  άμα τη αναγνώσει και κριτική θεωρήσει.

2. Νόμιμη επιρροή (ή επιρροές) η οποία στην αρνητική εκδοχή της ορίζεται ως "μη νόμιμη" όταν καθίσταται μίμηση και χαρακτηρίζει τους "μη απογαλακτισμένους" ποιητές. Η μίμηση δεν διώκεται δικαστικώς, αλλά εκθέτει τον εκάστοτε γράψαντα αν τυγχάνει να μην είναι πολύ νεαρής ηλικίας.

3.  Αναφορές εν είδει εισαγομένων και σαφώς διακριτών τμημάτων ή motto και όπου προκύπτει ανάγκη, η παραπομπή που θα επισημαίνει αυτές τις "εισαγωγές" σε περίπτωση που δεν είναι πρόδηλες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ναι, μπορούμε να πούμε πως έχουμε όντως κάτι "διακειμενικό" με την πιο πλήρη, ή τουλάχιστον αναμφισβήτητη, σημασία της λέξεως. 
Η υπόλοιπη "διακειμενικότητα", όπως είπαμε δεν είναι παρά "νόμιμη επιρροή" (αν είναι "νόμιμη" και όχι μίμηση) ή "συνομιλία" ανάμεσα σε έναν συγγραφικό νου με έναν άλλον, με το δεύτερον να "παρευρίσκεται" αντιπροσωπευτικώς και μόνον μέσω ήδη γεγραμμένου κειμένου ή τμήματος κειμένου.

Προς τι λοιπόν να δημιουργηθεί ολόκληρη λογοτεχνική θεώρηση με αφορμή κάτι τόσο αυτοδηλούμενο και όπως και να 'χει "μερικό" (αναφορές, εισαγωγές, παραπομπές); Γιατί αν δεν είναι "μερικά" αυτά τα πράγματα τότε ομιλούμε για ντροπαλή λογοκλοπή ή απόπειρα πρόσκτησης αξίας στις πλάτες άλλων. 
Τι να το κάνει ένας αναγνώστης ένα λογοτέχνημα που στηρίζεται κατά μείζονα ποσότητα γραφής σε αναφορές και συρραφές; το πολύ πολύ να το καταγγείλει, ασφαλώς.

4. Λογοκλοπή ή/και ιδεοκλοπή κατά μεμονωμένη περίσταση ή κατά συρροήν και κατ' εξακολουθήσιν.

Η "διακειμενικότητα" λοιπόν μέσα σε όλα αυτά, είτε εν προθέσει είτε όχι, συχνά δεν καταντάει τίποτε άλλο από συνηγορία λογοκλοπής ή/ και ιδεοκλοπής, όταν επιχειρεί να δικαιολογήσει αυτές τις τελευταίες με ένα (παραμορφωμένο αντι)θεωρητικό υπόβαθρο που είναι το λιγότερο για "κλωτσιές"! 

Ευτυχώς που τα δικαστήρια δεν καταλαβαίνουν μία από "διακειμενικότητες", αλλά καταλαβαίνουν άριστα από λογοκλοπές και ιδεοκλοπές!

Με όλα αυτά, και για να συνοψίσουμε, δεν θέλουμε να πούμε πως η θεώρηση της "διακειμενικότητας" είναι κατ' ανάγκην κάτι κακό, αλλά με τον τρόπο της θέτει περισσότερα προβλήματα από εκείνα που καλείται να λύσει, και, κυρίως, συχνά  -και δυστυχώς- γεννάει άνομες προθέσεις. 

Για ποιο λόγο, για παράδειγμα, να ξυπνήσει κάποιος αύριο το πρωί και να φτιάξει μια νέα "ειδικευμένη" θεώρηση, όταν αυτή με έναν φυσικό τρόπο εμπεριεχέται αυτονοήτως και για αιώνες ολόκληρους στις ήδη λελογισμένες θεωρήσεις;
Κάποτε, όσον περισσότερο "ανακαλύπτουν" κάποιοι νέες "αναγκαιότητες" και "ειδικεύσεις" στον χώρο της λογοτεχνικής θεωρίας είναι σαν να τις δημιουργούν εκείνη την στιγμή. Και ακόμα, εφ' όσον αυτές οι "αναγκαιότητες" είναι ήδη καλυμμένες από τις προϋπάρχουσες, τότε αυτό που δεικνύεται, ως υποψία τουλάχιστον, είναι σαν να επιχειρείται να "καλύπτεται" κάτι "άλλο".

Κοντολογής, "διακειμενικότητα", ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Ελλάδα που ανακάλυψε με αναδρομική ζέση, τριάντα περίπου χρόνια μετά, τις συχνές βερμπαλομορφικές ομφαλοσκοπήσεις και τα αλαφιασμένα "αναβαπτίσματα" του μεταμοντερνισμού (όταν αυτός στις στιγμές της σχόλης του καταπίνει την κάμηλον του αυταποδείκτου και διυλίζει τον κώνωπα της αναθεώρησης μέσα στην αναθεώρηση εις το άπειρον), αρκετές φορές καταλήγει να μην σημαίνει τίποτε περισσότερο, στην χειρότερη αλλά δυστυχώς πολύ αναμενόμενη εκδοχή της, με συνειδητό ή όχι τρόπο, (αυτο)παρακίνηση σε "μοντάζ" και "συρραφές" ξένων ιδεών για ανθρώπους που δεν είχαν την ευφυία να καταλάβουν από νωρίς πως αν δεν κάνουν έτσι κι αλλιώς για μια δουλειά, δεν θα έπρεπε να "ζαλίζουν" το θέμα περαιτέρω.

Σε αυτή την περίπτωση ό,τι "ξένο" και αν "συρράψει" κάποιος, και στο βαθμό που αυτό δεν έχει αφομοιωθεί ήδη ή πρώτα με ένα φυσικό τρόπο από την λογοτεχνική συνείδηση με δίχως την ανάγκη μιας εξωτερικής "προσθετικής" κίνησης, ipso facto θα αποβεί "κουρέλι".

Και ασφαλώς, κάποτε ακόμα και η "εξωτερική πρόσθεση" μπορεί να προσακτά ιδιαίτερο στυλιστικό νόημα και μια ουσία απόλυτα δικαιωμένη για την περίσταση κατά την οποία επισυνέβη. Όμως, ό,τι είναι πραγματική "τέχνη" στα χέρια των ολίγων, δυστυχώς στα χέρια των πολλών δεν απολήγει παρά μια άγαρμπη παρόρμηση τέχνης, τίποτε περισσότερο από ένα "κουρέλι", όπως προελέχθη.

Και μια κουρελιασμένη ποίηση είναι πάντα αντίφαση εν όροις. Σε αυτή την περίπτωση μένει μόνο το κουρελιασμένο χωρίς καμμία ποίηση. Που δυστυχώς δεν θα μπορούσε να χαρακτηρίζει τίποτε άλλο από πρόχειρα ή ανεπαρκή μυαλά που δεν καταλαβαίνουν πως η λογοτεχνία μπορεί μεν να γράφεται "δια χειρός" , αλλά όχι γι' αυτό όμως και με "απλωμένη την χείρα".


Saturday, March 21, 2015

ΕΝΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΟ BULLYING




Πολλή συζήτηση εσχάτως στον τύπο και τα διαδικτυακά μέσα για το φαινόμενο του bullying όπως συναντάται στην ελληνική κοινωνία,  με αφορμή το γνωστό τραγικό συμβάν στην πόλη των Ιωαννίνων . Παρ' όλο που η κειμενογραφία με αφορμή τον σχολιασμό τρεχουσών επικαιροτήτων δεν είναι του απολύτου γούστου μου, εν τούτοις θα άξιζε να σκεφθεί κανείς τα εξής: 

Κατ αρχάς, θα πρέπει να κάνουμε ένα διαχωρισμό ανάμεσα στις διάφορες μορφές (πρωτο)-bullying που δεν είναι τόσο ασυνήθιστες κατά την εφηβεία ή πρώιμη νεότητα και στο bullying που εμμένει ως τρόπος συμπεριφοράς μετά τα 20 χρόνια της ζωής ενός ανθρώπου. 
Γιατί αν η πρώτη περίπτωση κάπου είναι "αναμενόμενη" και θεωρητικά ή κατ' ελπίδα ιάσιμη -αν εξαιρέσουμε ακραίες καταλήξεις-, η δεύτερη, κακά τα ψέμματα, είναι κατά πλειοψηφίαν αθεράπευτη . Άνθρωπος πάνω από 20 χρονών που επιδίδεται σε συστηματικό bullying και το λεξιλόγιό του όζει από βλακεία, συμπλεγματοπάθεια και αυτοσχέδια "μάτσο" μυθομανία -είτε αυτοκομπάζουσα είτε προσβλητική για τους άλλους ή και τα δυο μαζί- πρέπει να θεωρείται "καμμένος"  - δεν μπορεί να το πει κανείς αλλιώς.
Και εδώ δεν πρόκειται να ασχοληθούμε καθόλου με το τραγικό περιστατικό των Ιωαννίνων, ή γενικώτερα με το πρωτο-bullying της νεότητας, αλλά συνολικά με το bullying ως "ιδεολογία" στην νεο-ρωμέικη κοινωνία, και έτσι όπως σχετικά και μόνον διαφοροποιείται από το bullying σε άλλες χώρες. Ιδεολογία και ιδεοληψία παρακμιακή ακόμα και σε καιρούς παρελθόντες όχι τυπικά παρακμιακούς, όμως ακόμα περισσότερο τέτοια σε καιρούς ολοφάνερης παρακμής .

Επειδή όλα τα αυτοβασανιζόμενα "μαγκάκια" και κακιασμένα ψευδο-αντράκια αυτού του κόσμου πάσης ψυχοπαθολογικής φύσεως που αναζητούν να βγάλουν τα μίση, τα απωθημένα, τους φθόνους και τα συμπλέγματά τους στους άλλους (συνήθως ή κατά πλειοψηφίαν με λεκτικό τρόπο γιατί έτσι κι αλλιώς ομιλούμε για άτομα εξαιρετικά θρασύδειλα) και τα οποία περιφέρονται με άγαρμπη οντολογικότητα και όλως ανορθολογούμενη προφάνεια σε μια έτσι κι αλλιώς αρκετά ανορθολογική κοινωνία, η οποία μην μπορώντας να βρει ακόμα το μέλλον της συχνά αυτογελοιογραφείται στο παρελθόν της,  δεν θα μπορούσαν να συνιστούν παρά μια παρωδία ατομικότητας -όπως κάποτε διαγιγνώσκεται-, που επιχειρεί να κρύβεται, και σε αυτή την περίπτωση, πίσω από συλλογικές έννοιες.

Και δεν ομιλούμε για περιστασιακό, ή σε κάποιες στιγμές εκνευρισμού, bullying, για κάποιες "παραπάνω" κουβέντες που μπορεί να λέει ή να έτυχε να πει κάποιος όταν είναι ή ήταν θυμώμενος, αλλά για εκείνους που το έχουν κάνει "σύστημα" και τρόπο ζωής (όσον αντίφαση εν όροις και αν είναι αυτό το τελευταίο, επειδή το bullying δεν είναι και δεν μπορεί να αποφέρει κανενός είδους "ζωή"), τρόπο εκδήλωσης της ανύπαρκτης προσωπικότητάς τους και ακόμα τρόπο πρόσκτησης λαθραίας αξίας από μια συλλογικότερη αξία ή έννοια.

Όπως για παράδειγμα η έννοια του "έθνους" είναι εκείνη η συλλογική έννοια και "αξία" που καλείται να καλύψει την τυχούσα μηδαμινή προσωπικότητα  ενός ούλτρα-εθνικιστή (και όπως κάλλιστα μπορεί να είναι το "κόμμα" για άλλους!), αλλά τόσο και η παρωδία "ανδρισμού" που βλέπουμε σε αυτές τις μορφές είναι μια παρωδία "συλλογικής προσωπικότητας" που καλείται να καλύψει την ανικανότητά τους να υπάρξουν ως ατομικότητες.  
Αυτού του είδους μάλιστα η πολύ συγκεκριμένη οπισθοδρομική συμπεριφορά των bullies, πιθανώς κρύβει κάποιες φορές και αυτοπαθείς  ...οπισθοδρομικές επιθυμίες, όπως κάλλιστα κάποιος ειδικός  θα μπορούσε να διαγνώσει, επειδή οι κάποτε ακραίες και τόσο γελοίες "προσβολές" τους, κατά πάσα λογική και κλινική-διαγνωστική συνέπεια δείχνουν τι πραγματικά τους απασχολεί στους ίδιους τους εαυτούς τους, χωρίς φυσικά να το καταλαβαίνουν, λόγω βλακείας. 
Με τον ίδιο τρόπο ακριβώς που οι τυχόντες σεσημασμένοι bullies της νεορωμέικης κοινωνίας, όχι σπάνια και δοθείσης κάποιας αρνητικής αφορμής, επαναλαμβάνουν πανικόβλητοι την λέξη "bullying" σαν να είναι κάτι που ...δεν τους αφορά, πιστεύοντας έτσι, λόγω βλακείας και πάλι, πως όταν "απαρνούνται" λεκτικά κάτι, τότε ...δεν είναι κιόλας αυτό το κάτι!
Σε κάθε περίπτωση, οι διάφορες γενετήσιες προσβολές καθώς και οι υβρεοσυκοφαντικές, ενίοτε αυτοσχέδιες μυθευματικές, προκλήσεις, είναι πολύ συνηθισμένες στην γλώσσα και την συμπεριφορά των μπούληδων. 

Όμως κάποτε τα πράγματα καθίστανται πολύ σοβαρά, για να μας αποσχολήσει η τυχούσα αυτοαπωθημένη πλευρά των μπούληδων,  όταν ενοχλούν με την συμπεριφορά τους ανθρώπους και περιβάλλοντα στις περισσότερες περιπτώσεις παντελώς άγνωστά τους· μια συμπεριφορά που εν πολλοίς οφείλεται στα τραγικά πρότυπα που παρέλαβαν από τραγικές κοινωνίες του παρελθόντος.

Σπασμένα ελληνικά μπροστά σε καθρέπτες που δεν φρόντισαν να είναι και αυτοί εξ ίσου σπασμένοι προτού ομιλήσουν, οι bullies περιφέρουν παντού, και δίχως να το καταλαβαίνουν τσακώνονται με, το είδωλο του εαυτού τους, όταν αποτυγχάνουν μέσα στην γελοιότητά τους να γίνουν μυθογραφικά -έστω μιας άλλης εποχής- "είδωλα" για τους άλλους. 
Και πάει καλά, όταν το bullying μένει μόνο σε λεκτικό επίπεδο. Σε αυτή την περίπτωση, την πιο "γραφική", δεν είναι απαραίτητα κακό να καταλήγει ένας μπούλης αυτόκλητος και ιδία πρωτοβουλία αυτοπαρουσιαζόμενος κλόουν των άλλων , στην απεγνωσμένη προσπάθειά του να ξεφύγει από τους "δαίμονες", τις ανασφάλειες ή ακόμα και τις "επιθυμίες" που τον βασανίζουν.
Όμως άλλο κλόουν, άλλο εγκληματικότητα.

Γιατί να που κάποτε φθάνουμε στο σημείο να θρηνούμε και  θύματα... Σε μια κοινωνία, κακά τα ψέμματα, ακόμα πολύ ανορθολογική στην νοοτροπία και συμπεριφορά της, συχνά συμπλεγματική και βλαχοφαινομενολογική σε πολλά· δυστυχώς μια κληρονομιά από τέσσερεις αιώνες "τουρκιάς" που δεν φεύγουν σε δύο μόλις αιώνες...

Κατά τα άλλα, τα αντιδυτικά κόμπλεξ  μας έλειπαν, λες και κάποιες στοιχειώδεις διανθρώπινες αρχές μπορεί να ενέχουν γεωγραφικό ή γεωπολιτικό προσδιορισμό, λες και ακόμα και αυτή η λεγομένη "Δύση" (ό,τι μπορεί να νοεί ο καθένας με αυτόν τον κάποτε πολύ αμφίβολο εννοιολογικά όρο) να μην συνεστήθη πρωταρχικώς από ισχυρές καταβολές ελληνικής (μια φορά και έναν καιρό πραγματική και  όχι τουρκορωμέικη)  κουλτούρας στις καλύτερες έτσι κι αλλιώς διιστορικές εκφάνσεις της.



Friday, November 21, 2014

ΕΝΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ "ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ" ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ ΕΥΤΡΑΠΕΛΑ


Είναι γνωστό πάσι τοις ενασχολουμένοις  δια του ενός ή άλλου τρόπου με την λογοτεχνία,  ότι η κριτική στο διαδίκτυο είναι σχεδόν κάτι άγνωστο. Αυτό το "είδος" του λόγου δεν υπάρχει εδώ, γιατί ακόμα και το "γένος" σε αυτή την περίπτωση είναι κάτι που δύσκολα ανευρίσκεται αν θέλουμε να είμαστε δυσάρεστοι πλην ειλικρινείς.

Εδώ το καλύτερο που μπορεί να συναντήσει κανείς είναι αξιοπρεπείς (ή μη) παρουσιάσεις βιβλίων ή διαδικτυακών έργων (όχι ιδιαίτερα πολλές) και στο πλείστον των περιπτώσεων ανορθολογικά αναρτολογήματα που τραυλίζουν κάποιες μη-αιτιατές συνδέσεις ανάμεσα "μπινελίκι" ή επιφωνηματικές δοξολογίες και ξεκάρφωτους (ψευδο) "λογοτεχνικούς" χαρακτηρισμούς του κιλού και από trash posts που κυμαίνονται από την εξυψωτική-αποθεωτική υστερία έως τις διαφόρου είδους λασπογραφίες των κομπλεξικών και ζηλοφθόνων πάσης φύσεως και αιτίας.

Στους λαβύρινθους του διαδικτύου όπου η αφελής πλην ελπίζουσα σε κάποια αναγνώριση υποκουλτούρα παράγεται καθημερινώς  σε απίστευτες ποσότητες , θα ήταν κάποιος αδικαιολόγητα αισιόδοξος αν θεωρούσε ότι μπορεί να επισημάνει εύκολα εκείνο το είδος της κριτικής που γνωρίζουμε από τον πνευματικό κόσμο έξω και είναι το πλέον νόμιμο, επειδή είναι το πλέον λογικό και αναμενόμενο από την έννοια "κριτική" καθώς τηρεί κάθε στοιχειώδη δεοντολογία:

παρατιθέμενο όνομα παρουσιαζομένου συγγραφέα, τίτλος βιβλίου (ή ιστολογίου για κάτι που παρουσιάζεται διαδικτυακά) και από κάτω ο όποιος αυτοσχέδιος κριτικός θα πρέπει να αποδείξει ότι πληροί τον ρόλο που ανέλαβε είτε προσωρινώς (πράγμα που αφθονεί στο διαδίκτυο καθώς οι αυτοσχέδιοι κριτικοί είναι αρκετοί αλλά εξαντλούνται, όπως είπαμε είτε εξ ανάγκης είτε εξ αγνοίας μόνο σε "παρουσιάσεις" ), είτε μονιμότερα, σε περίπτωση που φιλοδοξεί κάτι τέτοιο. Κριτική σημαίνει, -εκτός από το ότι κάνω φανερό το ΤΙ ακριβώς κρίνω αλλιώς μιλάμε για θέατρο του παραλόγου!-, πως έχω ξοδέψει ώρες και ώρες ενασχόλησης και εμβάθυνσης επί του έργου περί του οποίου καλούμαι να προφέρω μια τεκμηριωμένη γνώμη, πρέπει να παρουσιάσω επίσης αυτό το έργο σε ικανή διέκταση και όχι εκ του προχείρου, οφείλω να έχω παραδείγματα και επιχειρήματα επί οιασδήποτε θέσης μου προβάλλω στο κείμενό μου, 

σημαίνει ακόμα πως έχω την στοιχειώδη εξυπνάδα να μην διακατέχομαι από την παραμικρή εμπάθεια ή ευνοϊκή προδιάθεση για τον συγγραφέα του συγκεκριμένου έργου,  και τελευταίο αλλά όχι έσχατο: πως ΟΦΕΙΛΩ να μην είμαι εγώ προσωπικά ο ίδιος κατώτερος σε έργο από το έργο που αποπειρωμαι να  "κρίνω"!

Είναι φυσικά ανέκδοτο το ότι οι παραπάνω στοιχειώδεις προϋποθέσεις μπορούν να υπάρξουν, εύκολα τουλάχιστον, στην μαζική υποκουλτούρα του διαδικτύου. Εδώ είναι ο παράδεισος των ό,τι να' ναι και ό,τι ήθελε προκύψαι φλερτιζόντων ή "μικροκαρριεριζόντων" (στις πιο γραφικές περιπτώσεις "θετικής κριτικής") και στις πιο άσχημες περιπτώσεις των διαφόρων trolls, psycho-bullies, χρονίων stalkers κλπ.

Υπάρχουν φυσικά εξαιρέσεις στο διαδίκτυο που τιμούν τους κριτικούς εκείνους (αυτοσχέδιους συνήθως πλην αξιοπρεπείς) που σε ένα περιρρέον διαδικτυακό περιβάλλον μείζονος υποκουλτούρας και χαμηλού επιπέδου δεν ενδίδουν σε αυτό, αλλά επιθυμούν να τηρήσουν το λιγότερο τα αυτονόητα της λογοτεχνίας ή του πνεύματος γενικώτερα.

Χρυσός κανόνας: 

όπου παρατηρούμε κείμενα μπουρδολογικά, ασύντακτα και ακατάληπτα που επιχειρούν να ομιλήσουν για το έργο κάποιου μέσα σε λίγες μόλις γραμμές, χωρίς να κατονομάζουν ούτε τον συγγραφέα ούτε το έργο (μπορεί να φανταστεί κανείς κάτι πιο παράλογο και ψυχοπαθολογικό;), σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα με τον "συντάκτη" τους να συνοδεύει τα λεγόμενά του με ύβρεις ή και οχετό παρανοϊκής επιθετικότητας (πολλές φορές σε χρόνια επαναλαμβανόμενη βάση), τότε βεβαιωνόμαστε ότι στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε απλά με άνθρωπο που δεν έχει ιδέα τι σημαίνει "λόγος", ενώ στις δεύτερες, πολύ πιο άσχημες και κλινικές περιπτώσεις, έχουμε να κάνουμε με ψυχάκια και διαδικτυακό stalker και όχι αυτοσχέδιο κριτικό του διαδικτύου και απλά δεν ξαναπατάμε. Εδώ αρμόδιοι μπορεί να είναι άλλοι (ψυχίατρος, εισαγγελέας), όχι όμως κατ' ανάγκην ο αναγνώστης.

Η θέση  αυτών των ανορθολογημάτων, παρά τις χίμαιρες και τις ελπίδες των συντακτών τους δεν μπορεί να υπάρξει πουθενά αλλού ει μη στα σκουπίδια, όπως συμβαίνει έως σήμερα και θα συμβαίνει με αμείλικτο τρόπο για πάντοτε. Από εκεί και πέρα οποιαδήποτε ματαιοδοξία και ονειροφαντασία δεν οδηγούν πουθενά ει μη σε μία και μόνον κατάληξη: 

σπανιότατα οι άνθρωποι προστρέχουν στα σκουπίδια περισσότερες από μία φορά, 

εκείνη με την οποία απαλλάσσονται οριστικά από αυτά.




Monday, September 15, 2014

Η "ΑΓΝΩΣΤΗ" ΜΑΓΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ



Η Ποίηση είναι κάτι που δεν ορίζεται, τουλάχιστον εύκολα, και αυτό συνιστά την πρώτη αλήθειά της, ίσως την πλέον ουσιαστική. 
Όσον πολύτιμες και φιλότιμες και αν έχουν υπάρξει εδώ οι προσπάθειες   των φιλολόγων και των θεωρητικών να προσδώσουν "αναγνωρίσιμα" ή  και "αντικειμενικά" χαρακτηριστικά στο ποιητικό φαινόμενο, και σίγουρα οι εκ μέρους και εκ περιστάσεως "καρποί" μιας "ειδικής" φαινομενολογίας  κάποτε δεν είναι αμελητέοι ή στερούμενοι αξίας ακόμα και μεγάλης, εν τούτοις το ποιητικό φαινόμενο εν είδει ορισμού διαφεύγει. 

Μπορούμε πάντα να μιλήσουμε για το ΤΙ είναι ποίηση εν είδει αφορισμού, όχι όμως με την αδιασάλευτη κατάδειξη ενός "ορισμού".
Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Ποίηση υπήρξε αναπόσπαστα συνδεδεμένη   με την Μαγεία στην πρώιμη συνείδηση και πράξη της ανθρωπότητας·  στην ουσία Ποίηση και Μαγεία υπήρξαν κάποτε Έν, και αργότερα αυτή η σύνδεση καίτοι φαινομενικά διεκόπη, παρέμεινε ωστόσο στο υποσυνείδητο μέρος της ανθρωπότητας και εν πολλοίς καθώρισε και την ίδια την καταπινότερη αναγνωστική πρόσληψη της ποίησης · πράγμα που σημαίνει: 

Οι αναγνώστες αναπόφευκτα "μαγεύονται" από την Ποίηση, όταν τυγχάνει να μαγευτούν, ανεξάρτητα από το  σε ποιο βαθμό την "κατανοούν" ή όχι, και χωρίς να έχει αντικειμενικά καμμία ιδιαίτερη σημασία αυτό το τελευταίο.

Ο κατ'ελπίδα ειδικός λόγος μπορεί σε αυτήν την περίπτωση να δώσει μια "περιγραφή",  να προσεγγίσει δηλαδή τα στοιχεία και τα σχήματα του ποιητικού λόγου και να δει την οργανική συνάφειά τους με τα νοηματικά περιεχόμενα έτσι όπως αναδύονται από τους ρυθμούς του ποιήματος, όμως εκείνο το "μαγικό άγγιγμα του Λόγου " που κάνει ένα ποίημα όντως ποίημα και υφαρπάζει την ψυχή του αναγνώστη προς τα κει που θέλει ο ποιητής, σίγουρα διαφεύγει μιας περισσότερο, λιγότερο ή και καθόλου εμπεριστατωμένης δοκιμιογραφικής ανάλυσης στην ιστορία της λογοτεχνίας. 

Ποιο το "μαγικό άγγιγμα" του λόγου που μεταμορφώνει ένα στιχικό λόγο σε ποίημα, αυτό είναι κάτι που τις περισσότερες φορές δεν το συνειδητοποιεί καν ο ίδιος ο ποιητής, καίτοι δεν είναι άλλος που  το πραγματοποιεί . Πόσο μάλλον κάποιος που προσπαθεί να το "αναπαράγει" αλλοτρόπως στο εργαστήριο. Πάνω απ' ολα όμως  είναι κάτι που δεν "αφαιρείται" ούτε "προστίθεται", αλλά αναγνωρίζεται εκ του αποτελέσματος:

όσες φορές και αν πεις σε έναν αναγνώστη "μη μαγεύεσαι!", αυτός θα συνεχίσει να μαγεύεται ακόμα περισσότερο από ένα ποίημα και αντίστροφα, η προτροπή "μαγέψου!" όταν δεν μαγεύεται,  είναι άκαρπη. 

Έτσι είναι η ποίηση και η χαμένη στις κοίτες του ιστορικού χρόνου λειτουργία της· αυτό δεν αλλάζει.

Για παράδειγμα, διαβάζοντας το έξοχο δοκίμιο του T.S.Eliot για τον Blake, έχουμε την αίσθηση ότι ο πραγματικός Blake "απουσιάζει "· παρ'όλ' αυτά, ό,τι μένει από την απουσία του στο δοκίμιο του Eliot είναι πιθανώς ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να ελπίσει κανείς από έναν πεπειραμένο και εξαντλητικά ευσυνείδητο κριτικό δοκιμιογράφο, όταν ακόμα υπήρχαν τέτοιοι στον κόσμο:

ο Blake του Eliot είναι ο καλύτερος μη-Blake που θα μπορούσε να υπάρξει και αυτό από μία άποψη σίγουρα δεν είναι και τόσο λίγο. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο Eliot κατανοεί σε βάθος ουσιαστικές παραμέτρους της ποίησης του Blake.
Aυτή η ιδιοτρόπως και παραδόξως "επιτυχημένη απουσία" δεν οφείλεται σε κάποια κριτική ανεπάρκεια ή αντίθετα σε κάποια συνειδητή πρόνοια του Eliot αλλά στο πολύ απλό γεγονός ότι η Μαγεία δεν λέγεται, αλλά βιώνεται κατά την στιγμή της ανάγνωσης ΜΟΝΟΝ από τον "αναγνώστη!
Και βιώνεται με έναν σχεδόν υπερλογικό τρόπο, τον οποίο η γραφή αδυνατεί κατά κανόνα να αναπαράγει και να προσδώσει με άλλον, κριτικό, δοκιμιακό ή ελεύθερο τρόπο στον αναγνώστη τον ήδη μαγεμένο από την ποίηση ή όχι. Βέβαια, από την άλλη, μένουν στο κείμενο του Eliot πολύτιμα στοιχεία, προς χρήσιν όμως μόνον των ήδη "μαγεμένων".

Δεδομένου δε ότι η Ποίηση, όσον αφορά την αναγνωστική πρόσληψή της πάντα είχε να κάνει με ένα μικρό "κοινό" (σε χώρες όπως η Ελλάδα το ποσοστό αυτό είναι ακόμα μικρότερο και μπορεί να το θεωρήσει κανείς ακόμα και αμελητέο ή τουλάχιστον πλήρως περιθωριοποιημένο) και συνιστά με την πλέον επιφανειακή έννοια του όρου "ξένο σώμα" προς αυτήν (και με την βαθύτερη έννοια "ξένο σώμα ως προς την αντιληπτικότητα και την εμβάθυνσή της"), έχει σημασία το μαγικό αποτέλεσμα να είναι παρόν και ποτέ να μην χάνεται.

Δεν μπορεί να χαθεί έτσι κι αλλιώς, γιατί αν αφαιρέσεις την Μαγεία από την Ποίηση, τότε δεν θα σου μείνει παρά ο ίδιος κόσμος στην καθημερινότητά του καθιστώντας έτσι την τέχνη του λόγου δώρον άδωρον.

Γιατί ο Λόγος δεν περιγράφει, αλλά μεταμορφώνει, και αυτό είναι κάτι που σιγά σιγά η ανθρωπότητα το μαθαίνει μέσα και από την διαιώνια μαθητεία της στην Ποίηση.

Sunday, September 7, 2014

ARNOLD BAX - "November Woods"



Εξαιρετικής ελεγειακής ομορφιάς ποίημα για μεγάλη ορχήστρα από τον Arnold Bax και σίγουρα ένα από τα  σημαντικότερα έργα της ύστερης ρομαντικής βρεττανικής σχολής.

Η μουσική του Arnold Bax καίτοι δεν υπήρξε τόσον ή ιδιαίτερα "καινοτομική" σε σύγκριση με τα έργα άλλων συνθετών των καιρών του , εν τούτοις ξεχωρίζει για την παραδειγματική αριστοτεχνία της στην σύνθεση και την ενορχήστρωση καθώς και το ιδιαίτερα ακριβές, υψηλό  αίσθημα της φύσης που καθυποβάλλει στους ακροατές.  
Το "November Woods" θεωρείται από πολλούς ως το πλέον έξοχο συμφωνικό ποίημά του, αν και προσωπικά θα θεωρούσα το "Golden Eagle" ανυπέρβλητο.

Στο βίντεο άνω μπορείτε να ακούσετε το πλήρες έργο. Την Φιλαρμονική του BBC διευθύνει ο Vernon Handley.




Thursday, August 7, 2014

Raminta Šerkšnytė : "Mountains in the Mist" (2005)

Είναι σίγουρα εύκολο να φανταστεί κανείς την ομίχλη στο λιθουανικό τοπίο, όχι όμως και τα βουνά. Αρκεί γι' αυτό να  αναλογιστεί πως το υψηλότερο σημείο της χώρας ορίζεται από λόφο και όχι από βουνό ! (ο λόφος του  Aukštojas).

Όπως και να έχει όμως , τα "Βουνά στην Ομίχλη" της σημαντικής Λιθουανής avant-garde (τρόπον τινά) συνθέτριας Raminta Šerkšnytė είναι ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά έργα της, δηλωτικό τόσο του συνθετικού κλίματος στο οποίο κινείται όσο και της "πρότασης" που επιχειρεί για μια μουσική του 21ου αιώνα, έστω και αν κάποτε οι πολύ εμφανείς avant-garde καταβολές της την κατατάσσουν ( σε ένα κάποιο βαθμό τουλάχιστον) σε προηγούμενες εποχές.

Η Raminta Šerkšnytė γεννήθηκε στο Kaunas της Λιθουανίας το 1975 και σπούδασε σύνθεση στην Λιθουανική Ακαδημία Μουσικής και Θεάτρου με καθηγητή τον Osvaldas Balakauskas, ένα όνομα που συνιστά από μόνο του ένα μεγάλο κεφάλαιο για την μουσική των Βαλτικών Χωρών.

Η μουσική της είναι κατά το πλείστον σκοτεινή, "ατμοσφαιρική" θα μπορούσε να πει κανείς και  με εξέχουσες ιμπρεσσιονιστικές αναφάνσεις ενός συλλογικού ασυνειδήτου που παίρνει μορφή μέσα από ακαριαία ηχοτοπία τα οποία και καθηλώνουν συχνά τον ακροατή με την έμπνευση και την εφευρετικότητά τους.

Μπορείτε να ακούσετε μέσω του player στην σελίδα ολόκληρο το "Mountains in the Mist" της Raminta Šerkšnytė, και να πάρετε έτσι μια ιδέα για μια από τις πιο σημαντικές συνθετικές φωνές της Λιθουανίας αλλά και γενικώτερα της σύγχρονης ευρωπαικής μουσικής σκηνής σήμερα.