Monday, February 27, 2012

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ, Μέρος Α΄

Ερευνώντας ένα τέτοιο κρίσιμο θέμα όπως η σχέση της Ποίησης με την Αλήθεια, θα πρέπει να αναρωτηθούμε εξ αρχής το κατά πόσο η δεύτερη συνιστά όρο sine qua non για την εμφάνιση και αυθυποστασία της πρώτης· κατά πόσο συνεπώς η Αλήθεια είναι ουσία της Ποίησης και όχι ένα τυχαίο, εξωτερικό ή περιστασιακό γνώρισμα που θα μπορούσε κάλλιστα να εκλείπει από αυτήν.

Δεν είναι ή δεν υπήρξε από πάντα αυτονόητη μια τέτοια συσχέτιση. Πριν από τον Πλάτωνα που στην "Πολιτεία" του οι ποιητές ούτε λίγο ούτε πολύ εξορίζονται από τους κόλπους της, ήδη ο Ηράκλειτος θα αποστραφεί με αξιοσημείωτη λεκτική βιαιότητα τον Όμηρο και τον Αρχίλοχο ("Τὸν τε Ὅμηρον ἔφασκεν ἄξιον ἐκ τῶν ἀγώνων ἐκβάλλεσθαι καὶ ῥαπίζεσθαι καὶ Ἀρχίλοχον ὁμοίως."), θέτοντας ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία της σκέψης το δίλημμα μιας διάστασης ανάμεσα στην Φιλοσοφία (αν μπορούμε να αποκαλέσουμε έτσι τον ασυστηματοποίητο προσωκρατικό στοχασμό όπως αυτόν του Ηρακλείτου) και την Ποίηση.

Ο λόγος που έκανε τόσο τον Ηράκλειτο όσο και τον Πλάτωνα να αμφισβητήσουν την αξία της Ποίησης ως ισχύον τεκμήριο του Λόγου, και συνεπώς ως μια χρηστική ή δρώσα πραγματικότητα, είναι, θα μπορούσαμε να πούμε με όρους των Νέων Καιρών, το φαινομενικά ή όχι ασύμπτωτο ανάμεσα στην μορφική παράστασή της και το Είναι. Στο βαθμό που ο ποιητής δεν αποτυπώνει το Είναι (ή το άμεσο Είναι) στους στίχους του (σε αυτό αρκείται η πιο συμβατική ή φτωχή ποίηση), αλλά το Δέον (όπου Δέον εδώ δεν είναι το "κατ'ευχήν" του μέσου ή κοινού νου, αλλά -αναλογιζόμενοι τον Schiller και τον Hölderlin- το κατά δυνατότητα μιας οραματικής ανάπλασης του κόσμου), τότε αυτό το Δέον ελέγχεται όσον αφορά το εκτόπισμα σε δρώσα πραγματικότητα που αφήνει πίσω του κατά την εκτύλιξή του. Περαιτέρω δε, αυτό το Δέον δεν είναι κατ' ανάγκην καθολικό· συνήθως οι ποιητές αποφεύγουν την καθολικότητα και εστιάζονται στο συγκεκριμένο, το περιστασιακό, το μεμονωμένο της εμπειρίας.

Σε έναν φιλοσοφικό νου που εξετάζει ή αποπειράται να εντοπίσει την Ουσία των όντων, η Ποίηση διόλου απίθανο ως πνευματική δραστηριότητα να φαντάζει αν-ούσια, εφ' όσον δεν (φαίνεται συνήθως να) την απασχολεί κατ' ανάγκην το Όντως Ον, αλλά το ον, μόνο του, το εκάστοτε συγκεκριμένο ον της αισθητηριακής παράστασης, μακριά από την αφηρημένη καθολικότητά του.
Για έναν φιλόσοφο συνεπώς, αυτό διόλου απίθανο να είναι μια περιττή διαπλάτυνση της αισθητηριακής εποπτείας ή της καντιανής αισθητότητας (για να το πούμε έτσι), χωρίς όμως μια ανάλογη εμβάθυνση στην ουσία των όντων.
Δεν είναι τυχαίο πως οι πιο σημαντικοί ίσως φιλόσοφοι υπήρξαν πάρα πολύ εκλεκτικοί όσον αφορά την ποίηση, μην κρίνοντας σκόπιμο να απασχολήσουν το μυαλό τους με την μάλλον αχανή ποσοτική μάζα των ποιητών ανά τους καιρούς, παρά με έναν ή δύο ή ελάχιστους . Και, σίγουρα δεν μπορεί να τους αρνηθεί κάποιος εδώ ένα υπολογίσιμο δίκιο.


Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, ας το ερευνήσουμε το θέμα περισσότερο, γιατί αυτή η προαναφερθείσα αιτίαση αρκετών φιλοσόφων δεν είναι αδικαιολόγητη, αν λάβουμε υπ' όψη μάλιστα πως η παρ'ελπίδα πολύ μεγάλη πλειοψηφία των ποιητών και των όχι λίγες φορές, ατέχνων και ανούσια συναισθηματολογικών γραπτών τους κάνει το παν για να τους επιβεβαιώσει.

Στον Kant λοιπόν οφείλουμε εν πρώτοις τον μεγαλοφυή διαχωρισμό της αντιληπτικής-νοητικής διαδικασίας σε Sinnlichkeit (αισθητηριακή εποπτεία, αισθητότητα), Verstand (διάνοια , κατανόηση) και Vernunft (ο Λόγος· όρος εδώ που μπορεί να δημιουργήσει παρερμηνείες μιας και δεν έχει να κάνει καθόλου με το parole αλλά με την λογική ικανότητα).
Ο Hegel, αργότερα θα θεωρήσει υπερβολικά "παγιωμένη" μια τέτοια οπτική και θα αποπειραθεί εξ ίσου μεγαλοφυώς στην Επιστήμη της Λογικής του ("Wissenschaft der Logik") να την ξεπεράσει -και όχι να την απορρίψει βεβαίως- προς όφελος μιας νοήσεως που δεν θεωρεί καθ' όλου αυτονόητες τις αλήθειες των εννοιών και αποποπειράται να ανασυνθέσει τον εαυτό της μέσα στον εαυτό της μέσω της Διαλεκτικής. Όμως είναι κάτι περισσότερο από βέβαιο, πως η ανάδυση της έννοιας και της ανάπτυξης της έννοιας μέσα στο στοχαστικό υποκείμενο κατά Hegel χρωστά τα μέγιστα στην ανακάλυψη του Kant, η οποία επιπροσθέτως μας παρέχει και το καλύτερο ίσως από γνωστική άποψη "μοντέλο" φιλοσοφικής επεξεργασίας της διαδικασίας της ποιητικής δημιουργίας.

Αυτό που πρώτα πρώτα μπορούμε να διαπιστώσουμε εύκολα σε αυτή την τελευταία είναι πως όρος απαραίτητος (αλλά και κρίσιμο όριό της, όπως θα δούμε παρακάτω) για να υπάρχει η ίδια (η ποιητική διαδικασία) είναι η Sinnlichkeit (αισθητηριακή εποπτεία, αισθητότητα).
Δίχως την αισθητηριακή παράσταση (και χωρίς να έχει σημασία αν συμπίπτει με το εκάστοτε συγκεκριμένο ποιητικό περιέχομενο ή αν τελείται εν ταυτώ χρόνω), πράγματι, δεν υφίσταται Ποίηση, εν αντιθέσει με την Φιλοσοφία που πολλές φορές έχει το προνόμιο να υπερβαίνει την αμεσότητα της εμπειρίας μέσα από την ιλιγγιώδη ενέργεια της σκέψης που σκέπτεται τον ίδιο τον εαυτό της (η νόησις νοήσεως όπως ορίζεται από τον Αριστοτέλη στα "Μετά τα Φυσικά" του).

Η Sinnlichkeit και η οποιαδήποτε περιγραφή της σε στίχους ωστόσο, αντίθετα απ' ό,τι πιστεύει η συντριπτική πλειοψηφία των ποιητών, δεν συνιστά ipso facto μια αξιομνήμονευτη ή αξιοπαρατήρητη "πνευματική" λειτουργία. Ο λόγος γι' αυτό είναι απλός: δεν κατοχυρώνεται εδώ κανένα "αναντικατάστατο" του Πνεύματος ενώ η λήψη και καταγραφή των αισθητηριακών εντυπώσεων και παραστάσεων είναι μια αυτοανακυκλούμενη πορεία από το χάος του εξωτερικού κόσμου πίσω πάλι σε αυτό. Δεν υπάρχει συνεπώς νέα γέννηση, και ο όρος "δημιουργία" εδώ αντιφάσκει με τον εαυτό του. Τίποτε δεν μένει στο τέλος από κάτι που εκλείπει στην ουσία, ή κάλλιστα θα μπορούσε να αντικατασταθεί από κάτι άλλο,
Στο βαθμό λοιπόν που η ποίηση αρκείται στην Sinnlichkeit, τότε αναμφίβολα ωθείται σε έναν εννοιολογικό ιμπρεσσιονισμό που ως διαδικασία πνευματική, πολύ απλά δεν έχει νόημα, ή τουλάχιστον, ιδιαίτερο νόημα.
Η οποιαδήποτε αιτίαση και επίκληση μιας αισθητικής εδώ μένει μετέωρη εξ ίσου, όχι μόνο γιατί η ποίηση ή οι ποιητές που αρκούνται στην Sinnlichkeit σπάνια έχουν μια σοβαρή ή ασκημένη αντίληψη της Αισθητικής, αλλά και γιατί επίσης η Αισθητική θα πρέπει ακόμα να μετέχει μιας πλήρους και αυτοτελούς νοήσεως στην ποιητική διαδικασία, αν θέλει να ορίζεται με τρόπο ολοκληρωμένο και όχι ερασιτεχνικό ή πρόχειρο.

Το δεύτερο στάδιο συνεπώς της καντιανής θεώρησης (Verstand) αναμφίβολα, παρέχει στην ποίηση το εχέγγυο μιας πιο αποτελεσματικής αυτοανάπτυξης του περιεχομένου της, γιατί ο ποιητής που νοιώθει την ανάγκη του κατανοείν μέσα από τους στίχους του (με τρόπο, εννοείται όλως διάφορο της φιλοσοφίας· η φιλοσοφία μετέρχεται αφηρημένες έννοιες, η ποίηση μεταφορές και σχήματα λόγου χωρίς βεβαίως να αποκλείει και τις προηγούμενες, ΟΤΑΝ αυτές μέσα στο ποιητικό σώμα προσακτούν ικανή Αισθητική συνεπιμερισμού της στιχικής ουσίας), αυτόματα διαφοροποιείται από την αχανή πλειοψηφία των ποιητών που αισθάνονται πως είναι αρκετό να υπάρχουν και να γράφουν ως αυτοματοποιημένοι γλυκόλαλοι ή μη υμνητές της αισθητηριακότητας ή ενός ακατέργαστου γλωσσικού και μόνον υποσυνειδήτου.

Η Κατανόηση συνεπώς, η καντιανή Verstand έρχεται σε μεγάλο βαθμό να επικυρώσει την Ποίηση ως μια διαδικασία που εξ αρχής γιγνόμενη παρά την Αλήθεια μετέχει τελικώς στην Αλήθεια με ένα τρόπο όχι καθαρά νοητικό όπως η φιλοσοφική σκέψη αλλά επι-νοητικό. Η όλη επί της νοήσεως επαγρύπνηση του ποιητή είναι η ίδια μια νοητική καταστάλαξη του ποιητικού οραματισμού του.

Με λίγα λόγια, δεν αρκεί μόνον η οραματική ικανότητα αλλά και η εννοιολογική συνόψιση αυτής σε ένα νέο ποιητικό ον που πρέπει να κυμαίνεται στους στίχους ως ο τρίτος εγελιανός όρος της υπέρβασης (Αufhebung), αν θέλουμε βέβαια να ομιλούμε περί Ποίησης που μετέχει της Αλήθειας, καθιστώντας έτσι τις αποστροφές του Ηρακλείτου και του Πλάτωνα, μη κατ' ανάγκην επαληθεύσιμες στους Νέους Καιρούς (από την πρώιμη Αναγέννηση και μετά), τουλάχιστον, οπότε οι πιο σημαντικοί ποιητές έλυσαν εν τη πράξει (και εν πλήρη θεωρήσει ) το δίλημμα της διάστασης ανάμεσα Φιλοσοφία και Ποίηση, αρνούμενοι να αυτοπεριχαρακωθούν μονόπλευρα στην Ποίηση, αλλά θέτοντας αυτές τις δυο σε μόνιμο και κάποτε ανέλπιστα γόνιμο διάλογο.

Φτάνουμε τώρα στον τρίτο όρο, Vernunft (ο Λόγος ως λογική ικανότητα και όχι ως parole). Αυτό το σημείο είναι ίσως αχανές και θα πρέπει κάποιος να το μεταχειριστεί με μεγάλη προσοχή για να μην αφήνονται περιθώρια παρερμηνειών ιδιαίτερα σε ένα καλλιτεχνικό πεδίο, όπου κάθε άλλο μπορεί να φαντάζει αυτονόητο από μια χυδαία αντίληψη περί ποίησης και ποιητικής, αλλά όπως θα δούμε, συνιστά ίσως το όριο ανάμεσα γνήσια ποιητική δημιουργία και την άσκοπη συσσώρευσή της.

Με την έννοια Vernunft και πώς μπορεί να εκληφθεί καθαρά από ποιητική άποψη, θα ασχοληθούμε στο δεύτερο μέρος του παρόντος δοκιμίου.


(συνεχίζεται)



Monday, February 20, 2012

GEORGE ENESCU: String Octet No.7



Έχω αναφερθεί ξανά, νομίζω, στην εκτίμηση που έχω για το έργο του μεγάλου Ρουμάνου συνθέτη. Διάλεξα να ακούγεται ένα έργο του πολύ λεπτό στη σύλληψη και εξαιρετικά πολύπλοκο ίσως στην πραγμάτωσή του· γραμμένο σε μια πολύ απαιτητική φόρμα μουσικής δωματίου όπως εκείνη του οκτέτου...

Από την Janine Jansen και την παρέα της.

Wednesday, February 15, 2012

MAN RAY: Le Retour à la Raison (1923)

Είχα υποσχεθεί σε προηγούμενη ανάρτηση που είχε να κάνει με τον πολύ σημαντικό Αμερικανό σουρρεαλιστή σκηνοθέτη, φωτογράφο και ζωγράφο Man Ray, πως θα ανέβαζα το φίλμ του "Le Retour à la Raison" (1923) στο Century Camera II (μπορείτε να το παρακολουθήσετε στο τέλος αυτού του κειμένου).

Το φιλμ είναι η πρώτη απόπειρα του Man Ray να εκφραστεί με κινηματογραφικά μέσα (ή μάλλον με κινηματο-ποιητικά μέσα) και από μια άποψη το πιο εντυπωσιακό, όσον αφορά την σύνδεση του τίτλου με το περιεχόμενο. Πρόκειται για ένα, στην ουσία σχεδόν τρίλεπτο σχόλιο πάνω στον τίτλο, στην θέαση του οποίου ο ανυποψίαστος θεατής διόλου απίθανο να ...απορήσει και να θεωρήσει το όλο εγχείρημα ως ένα αστείο ή μια φάρσα.

Φαινομενικά "ασύνδετες" εικόνες που στηρίζονται κυρίως σε περιστροφές φωτεινών πηγών και ακόμα στα παιγνίδια φωτός και σκιάς που προκύπτουν και έρχονται να υπερτονίσουν την "επιστροφή" στο "λόγο", την "λογική" (la raison, βέβαια, όπως έχει κατοχυρωθεί στην γαλλική φιλοσοφία είναι ο Λόγος με την έννοια της λογικής, αλλά είναι εξ ίσου και η "αιτία"· πρόκειται συνεπώς για μια τρίπτυχη έννοια που έχει να κάνει με την, ας πούμε, πιο ντετερμινιστική και πρακτική όψη της λογικής, χωρίς αυτό να είναι απόλυτο).

Από μια πρώτη άποψη λοιπόν το φιλμ δίνει την εντύπωση μιας "αντιδραστικής" ανορθολογικής υπονόμευσης κάθε έννοιας λογικής.

Πράγμα βέβαια που είναι σωστό, αρκεί να απαλειφθεί η λέξη "ανορθολογική" και να προστεθεί ακόμα η λέξη "τυπική" πριν από την λέξη "λογική".
Πρόκειται στην ουσία, για μια υπονόμευση κάθε τυπικής ή αυστηρά αιτιοκρατικής λογικής.

Συχνά έχει γίνει η παρεξήγηση και σε παλαιότερους αλλά και σε πιο σύγχρονους καιρούς να εκλαμβάνεται ο σουρρεαλισμός ως ένα πλήρως ανορθολογικό ξέσπασμα των υποσυνειδήτων δυνάμεων της τέχνης προς όφελος μιας ολοσχερούς άρσης κάθε λογικής υπέρ της πρωτοκαθεδρίας του "φαντασιακού".

Χωρίς να σημαίνει ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβη, περιστασιακά ή διαρκέστερα στην ιστορία του σουρρεαλισμού (επί παραδείγματι η "αυτόματη γραφή" η οποία ωστόσο κάποια στιγμή έπαυσε να αποτελεί σουρρεαλιστικό "θέσφατο"), εν τούτοις θα ήταν πολύ ρηχή ή επιφανειακή η άποψη εκείνη που θα αδυνατούσε να δει στις σουρρεαλιστικές διαδικασίες παραγωγής της τέχνης, έστω και μέσα από τις κάποτε πρωτόλειες ή αδέξιες φιλοσοφικά απόπειρές της, τίποτε περισσότερο από μια θέληση για την επιστροφή σε μια ανορθολογική "massa confusa".

"Le Retour à la Raison" παρ'όλ' αυτά τιτλοφορεί ο Man Ray το ευφυέστατο τρίλεπτο φιλμ του. Και έχει λόγο, raison, γι΄ αυτό σίγουρα, καθώς ο σκοπός εδώ είναι η ανίχνευση μιας "άλλης" λογικής, τέτοια που η τέχνη με την ελευθερία της επιτρέπει κάποτε, και η οποία δεν βασίζεται μόνο στην αιτιότητα (ή σχεδόν καθόλου σε αυτήν) αλλά κυρίως στις συγχρονικές εκφάνσεις της πραγματικότητας (το περιβόητο "αντικειμενικό τυχαίο" του σουρρεαλισμού) ή ακόμα και στον χειρισμό του πλέον ωμού και ριγμένου ως έχει στην αισθητηριακή εποπτεία τυχαίου.

Το φιλμ φαντάζει σαν μια αναζήτηση μέσα από φώτα και σκιές, που στο τέλος παίρνουν μορφή και υπόσταση στις καμπύλες του γυμνού σώματος της Kiki de Montparnasse (γνωστό καλλιτεχνικό μοντέλο της εποχής και ερωμένη του Man Ray), υπογραμμίζοντας με έναν εξαιρετικά ευρηματικό εικονοληπτικό τρόπο την σημασία της σουρρεαλιστικής Αισθητικής, σε μιαν αποθέωση της ομορφιάς του γυναικείου σώματος, ως πρώτιστο μέσον για την επανεύρεση ενός Καθαρού Λόγου που δεν έχει πλέον σχέση με την τυπική ή αυστηρά καρτεσιανή λογική, αλλά με κάτι άλλο που οφείλει η ανθρωπότητα να το ανιχνεύσει, σε κάθε περίπτωση, πέραν του σουρρεαλισμού.

Άλλωστε γι' αυτό είχε κεφαλαιώδη αξία ο σουρρεαλισμός κατά τις εποχές που έδρασε. Έθεσε κρίσιμα ζητήματα, οριακά για την σκέψη, την ζωή και την τέχνη, όχι για να τα λύσει ο ίδιος (όποτε κατέληξε δόγμα ο σουρρεαλισμός υπήρξε το χειρότερο απ'όλα τα δόγματα), αλλά η ίδια η Ιστορία ή η ανθρωπότητα σε πιο ώριμες καλλιτεχνικά περιστάσεις και κινήσεις.




Tuesday, February 7, 2012

GIYA KANCHELI, ένας μεγάλος σύγχρονος δημιουργός

Κι εκεί που νομίζεις πως έχεις ακούσει σχεδόν τα πάντα από κλασσική μουσική (και όσον αφορά τους σκοπούς του παρόντος ιστολογίου, από την κλασσική μουσική του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα), προκύπτουν αιφνιδίως στην αντίληψή σου, κάποιοι κορυφαίοι δημιουργοί από τις πιο (όχι και τόσο) απίθανες χώρες.

Με τον Giya Kancheli (γεννηθείς το 1935) από την Γεωργία (χώρα βέβαια με σημαντική κληρονομιά κυρίως όσον αφορά μαέστρους και σολίστ της κλασσικής μουσικής, και ακόμα, γενέτειρα του αλήστου μνήμης ...Στάλιν), πρωτοασχόληθηκα πριν από λίγο καιρό, έχοντας ακούσει έως τότε ελάχιστα έργα από αυτόν.

Εντυπωσιάστηκα ειλικρινά, τόσο, που με έκανε να αναζητήσω και να ακούσω περαιτέρω το μέγιστο του έργου του, μιας και ο ίδιος είναι πολύ παραγωγικός ως συνθέτης.

Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση το στυλ του, κύριο χαρακτηριστικό του οποίου είναι η παράξενη, γοητευτική συνύπαρξη και παραλληλία των μελωδικών γραμμών με τα ενδιάμεσα απότομα ξεσπάσματα της ορχήστρας σε διαφωνικές συγχορδίες που φαντάζουν να ανακαθορίζουν το σύνολο της σύνθεσης σε εντελώς μα εντελώς αναπάντεχους δρόμους...

Τι να πρωτοθυμηθώ... Τις υπέροχες Συμφωνίες του; (επτά τον αριθμό, η μία καλύτερη από την άλλη), τα όλως πρωτότυπα έργα του για σύνολα δωματίου και προηχογραφημένη ταινία, ή τις ιδιαίτερα εφευρετικές μείξεις και χρήσεις των εγχόρδων σε έργα, ας τα ορίσουμε έτσι, μουσικής δωματίου, μηδέ εξαιρουμένης βέβαια και της όπεράς του "Music for the Living".

Η μουσική του Giya Kancheli είναι ιδιαίτερα επηρεασμένη από την ταραχώδη ιστορία της Γεωργίας, και αντανακλά εντόνως το φάσμα του πολέμου και της επιβίωσης... Και όπως βέβαια όλοι οι μεγάλοι δημιουργοί, και αυτός είναι αντιπολεμικός και υπέρ της ειρήνης μεταξύ, έτσι κι αλλιώς, αδελφών εθνών. Ωστόσο, ο Kancheli οδηγεί το βήμα της Ιστορίας, με αλάνθαστη αίσθηση και καλλιτεχνική γνώση προς μια μουσική υφολογία που αιωρείται με, θα έλεγα, πολύ ιδιοφυή τρόπο, ανάμεσα στις πιο σκληροπυρηνικές εκφάνσεις της avant-garde του 20ού αιώνα και τον λαμπρό συμφωνικό ήχο των σοβιετικών συνθετών που δημιούργησαν βέβαια, ολόκληρη συμφωνική σχολή στον 20ό αιώνα .

Ο συνθέτης, το έτος 1991 μετανάστευσε στη Δύση, πρώτα στο Βερολίνο, και κατόπιν στην Antwerp του Βελγίου όπου συνεχίζει να ζει έως σήμερα, έχοντας αναλάβει τα καθήκοντα του επισήμου συνθέτη (composer in residence) της Royal Flemish Philharmonic.

Διάλεξα να ακούγεται από το mixpod δεξιά, ολόκληρη η Πέμπτη Συμφωνία του. Αξίζει να την προσέξετε με αμείωτο ενδιαφέρον καθ'όλην την διάρκειά της.




Friday, January 27, 2012

Ζητήματα Ποιητικής II (Ποίηση και Συναισθηματολογία)

Καμμία τέχνη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τεχνική.
Αυτό είναι ένα είδος αξιώματος που συχνά λησμονείται στις μέρες μας, μιας και είθισται, -όσον αφορά ειδικώτερα την ποίηση-, η τεχνική και η "μαστοριά", η Αισθητική γενικώτερα, να παραμελούνται προς όφελος μιας πιο "εύκολης" ποίησης, πιο συναισθηματολογικής, και συνήθως πολύ βιαστικής στην στοιχειώδη σύλληψη και ελλιπή πραγμάτωσή της.
Εννοείται βέβαια, πως από μια τέτοια οπτική θα πρέπει να εξαιρεθούν οι πρωτόλειες απόπειρες των νέων, και ακόμα, ανθρώπων που δεν φιλοδοξούν κάτι περισσότερο από μια περιστασιακή ή ευκαιριακή αυτοέκφραση χωρίς ομολογημένες καλλιτεχνικές φιλοδοξίες, επίσης δε και διάφορες ιδιάζουσες περιπτώσεις, όπως π.χ. συνταξιούχων της επαρχίας που γράφουν σε γραφικές ομοιοκαταληξίες για τα βουνά, τις ραχούλες και τα λαγκάδια της γενέτειράς τους κλπ. κλπ. Πραγματικά δεν θα υπήρχε λόγος εδώ να "ψέξει" κανείς αυτές τις κατηγορίες συγγραφόντων και στην πρώτη απ' αυτές μάλιστα θα πρέπει να είναι και πολύ προσεχτικός και το κατά διάθεσιν ενθαρρυντικός.


Ωστόσο είναι αλήθεια πως τόνοι ποίησης παράγονται καθημερινά στο κόσμο, εκ των οποίων μπορεί να είναι κάποιος σίγουρος πως μόνο ένα ποσοστό κάτω και αυτού του 1% μπορεί να διεκδικεί τον τίτλο της ούσης τέχνης.

Η φτωχή ή κακή φόρμα, ο άτσαλος λόγος, η εξιδανίκευση της καθημερινότητας και η ταύτιση του καθημερινού με τον ποιητικό λόγο (μεγάλη παρεξήγηση), ακόμα δε χειρότερα η αντικατάσταση της ουσίας της ποίησης από άναρχες δόσεις τετριμμένης "ποιητικής ατμόσφαιρας" με κλισέ θεματολογία που προσπαθούν να περισώσουν αδιάφορα στιχουργήματα, και η σύγχυση του αμιγούς ποιητικού με τον στιχουργικό λόγο των τραγουδιών, έχουν παρατηρηθεί κατά κόρον σε παρακμιακές εποχές, όταν αυτές αναζητούν την κατάλληλη "ποίηση" που θα τις εκφράσει.

Η ποίηση είναι βέβαια μια πρωτοφανής ελευθερία στην ανθρωπότητα (απ'όποια πλευρά και αν το δει κανείς· προσωπική, γνωσιολογική, υφολογική), εφηρμοσμένη ωστόσο κάτω από την πιο σκληρή πειθαρχία γραφής. Μια πειθαρχία, της οποίας η έλλειψη δεν δικαιολογείται για σωρούς και σωρούς προχειρογράφων και μετριοτάτων ποιητών και "ποιητών", στους οποίους η Αισθητική και η Γλώσσα φάνταζουν ως πράγματα "πρόσθετα" που μπορεί να κάνουν και χωρίς αυτά, όταν αποπειρώνται να προσφέρουν ποιητικά ξεροκόκκαλα σε μη πεινασμένους σκύλους ωστόσο.

Είναι ακόμα τυπικό γνώρισμα ενός αθεράπευτου ερασιτεχνισμού στα παράπλευρα κοιτάσματα μιας τέχνης που δεν μπορεί να γίνει τέχνη λόγω περιορισμένων οριζόντων ενδελεχούς και αυτοτελούς σκέψης και γλωσσικής έκφρασης, να αντικαθίσταται η Αισθητική από τις προθέσεις καθώς και από τον εξωραϊσμό ή δίκη προθέσεων.
Με άλλα λόγια, είναι σαν να λέει κανείς "εφ' όσον υποστηρίζω αυτό" (συνήθως μια αυθαίρετη δογματοληψία που εξυπηρετεί φόβους και ελλείψεις) τότε αυτόχρημα "είμαι αυτό", και "οι άλλοι είναι εκείνο".
Μια νοηματικώς αυτοεξυπηρετούμενη νοοτροπία δηλαδή κατά την οποία ο καθένας αυτοανακηρύσσεται ποιητής (και ασφαλώς έχει το δικαίωμα να το κάνει, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει πως αισθάνεται εν ταυτώ χρόνω και την υποχρέωση που απορρέει από τον όρο...) αρκεί βέβαια να μην έχει σοβαρό έργο αλλά μόνον έναν ατημέλητο φόβο που οδηγεί σε ασύστατες και ανέκαθεν εξωπραγματικές για την Ιστορία της Τέχνης δογματολογίες· σε αυτή την περίπτωση, είναι αλήθεια, διυλίζοντας την κάμηλο εφ' όσον δεν ανευρίσκονται οι λεπτοί κώνωπες.

Πολλές οι περιπτώσεις αυτές των γραφόντων, πραγματικά.

Επιπροσθέτως δε, είναι σχεδόν άξιο απορίας για αυτήν την παράξενη χώρα στην οποία ζούμε, να ασχολούμαστε ακόμα με θέματα που λογικά θα έπρεπε να θεωρούνται τετελεσμένα και λυμένα για την ποίηση εδώ και δυο αιώνες τουλάχιστον, σαν να μην υπήρξαν ποτέ στον υπόλοιπο κόσμο η Αναγέννηση, το ελισαβετιανό θέατρο και ποίηση, ο Διαφωτισμός, ο Ρομαντισμός και κυρίως, τα υψηλά θεωρητικά στάνταρτς από την άποψη μιας φιλοσοφίας της ποίησης και της τέχνης που ετέθησαν στον καλλιτεχνικό λόγο, με τους Γερμανούς να στοχάζονται, τους Γάλλους να πραγματοποιούν και τους Άγγλους να αφομοιώνουν. Κατ' εκείνους τους καιρούς βέβαια, με όλα τα έθνη, από ένα σημείο και μετά, να συμμετέχουν ισαξίως, λόγω της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας και της συγχρονικής ανάπτυξης της κουλτούρας ομού στις προχωρημένες, λιγότερο προχωρημένες και καθυστερημένες καπιταλιστικές χώρες.

Αν θέσουμε τον Chaucer και τους "Θρύλους του Καντέρμπουρυ" καθώς και τον μεγάλο ανακαινιστή ποιητή και συνθέτη Guillaume de Machaut και την Ars Nova του ως σημεία εκκίνησης και πρώιμες απαρχές της νεωτερικότητας κατά τα μέσα και τέλη του 14ου αιώνα, τότε καθίσταται άμεσα φανερό πως η Λογοτεχνία των Νέων Καιρών μπόρεσε εν τη προόδω να προβάλλει μόνον μέσα από την πλέον αποφασιστική ρήξη με την "μαζική κουλτούρα" του ύστερου μεσαίωνα· τουτέστιν τα "τραγούδια" και τα ασμένως και μακαρίως συναισθηματολογούντα των εποχών εκείνων λαϊκά "δράματα".

Αυτή δεν είναι μια διαδικασία τετελεσμένη άπαξ. Πάντα σε εποχές παρακμής, κοινωνικής και ποιητικής, παρατηρείται, όπως ελέχθη και άνω, μια στροφή σε πιο εύκολες και συναισθηματολογικές ποιήσεις. Η ποίηση παύει τότε να απευθύνεται στον νου και το Πνεύμα και αρκείται σε έναν πιο ελαφρύ ρόλο: εκείνο του συναισθηματικού "ξεδώματος" και της ανούσιας εξωτερίκευσης του ιδιωτικού.

Υποκουλτούρα βέβαια (ή στην καλύτερη περίπτωση ημικουλτούρα) που μιμείται την κουλτούρα κάποτε, κυρίως όταν επιχειρεί να δικαιολογηθεί για το εμφανέστατα παρωχημένο της και να ανεύρει έναν λόγο ύπαρξης
κακοποιώντας κατά το δοκούν την Ιστορία της Τέχνης, αλλά στα μάτια ενός ειδήμονος ή έμπειρου αναγνώστη φαίνεται αμέσως η διαφορά: η φόρμα είναι χοντροκομμένη ή απλοϊκή, η έκφραση παραμένει ακατέργαστη παρά τις κάποτε αγωνιώδεις προσπάθειες για ένα κάπως πιο δόκιμο ή αρμονικό αποτέλεσμα και τα οποιαδήποτε περιεχόμενα κουλτούρας ή διαβάσματα παραμένουν αναφομοίωτα· οι δε αναφορές σε πρόσωπα και περιόδους της Ιστορίας της Τέχνης κατά κανόνα είναι επιδερμικές, άνευ ουσίας σε αταίριαστα περιβάλλοντα και διαπνέονται μάλλον από ευκαιριακή κατάπληξη του ερασιτέχνη· όχι σπάνια μάλιστα καταλήγοντας και σε εμφανέστατα λάθη και παρερμηνείες της ημιμάθειας...

Είναι πάρα πολλοί οι άνθρωποι που γράφουν έτσι· δεν αποκλείεται στις σημερινές εποχές να αποτελούν και το 90% των ποιητών και "ποιητών" (το ποσοστό λίγο αυθαίρετο βέβαια, μιας και δεν προκύπτει από στατιστική που έτσι κι αλλιώς είναι αδύνατον εδώ να γίνει, αλλά από συστηματική, ή λιγότερο συστηματική, άμεση εποπτεία).

Θα ήταν ωστόσο στενόχωρο να "ψέξει" κάποιος περισσότερο του δέοντος αυτές ή αρκετές από αυτές τις περιπτώσεις, επειδή ο όποιος προβληματισμός εδώ καλό είναι επιδίδεται άπαξ και για πάντα και όχι να καθίσταται "επάγγελμα", και ακόμα, το ήθος διαφοροποιεί εν πολλοίς αυτή την σωρεία των γραφόντων. Για παράδειγμα, θα έβρισκα πολύ ανόητο να "κατακρίνει" σε βάθος χρόνου κάποιους πιθανώς κατά τα άλλα συμπαθητικούς ή αξιόλογους ανθρώπους επειδή αδυνατούν να γράψουν "καλά". Απλά τους εφιστάς την προσοχή άπαξ , και ελπίζεις να καλυτερεύσουν. Αν δεν συμβεί αυτό, προς θεού, η τέχνη δεν κινδυνεύει...

Το θέμα συνεπώς δεν είναι να "καταργήσει" κανείς με "διατάγματα" στο κεφάλι του αυτές τις εκφάνσεις υποκουλτούρας, ημικουλτούρας ή μιμητικής κουλτούρας (ο καθένας έχει το δικαίωμα να γράφει και να τυπώνει), αλλά να τις "αφήσει" να κάνουν τον "κύκλο" τους.

Δεν είναι μόνον το ότι πάντοτε οι κατοπινοί (ποτέ οι σύγχρονοι) αποδίδουν με ακρίβεια τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, τα του ανερμάτιστου τω ανερματίστω και τα του ποιητού τω ποιητή.

Είναι κυρίως, το ότι πάντοτε θα υπάρχει χρεία παραδειγμάτων ή δειγμάτων ανώφελης ή κακής ποίησης για ένα σαφέστερο ορισμό των αντιθέτων τους· και αυτό συνιστά μια διδασκαλική υπηρεσία που δεν μπορεί να αγνοηθεί εύκολα και που ανύποπτα οι προχειρογράφοι και ημιμαθείς θα προσφέρουν με περισσή αφέλεια στους καιρούς τους.



Friday, January 20, 2012

LONDON, 1903 (Thomas Edison Film Footage)


Λονδίνο του 1903... Σε ένα φιλμ του Thomas Edison, ο οποίος ως γνωστόν είχε κινηματοσκοπήσει διάφορες πόλεις του κόσμου κατ' εκείνα τα αρχέγονα χρόνια του κινηματογράφου.

Έχω εξηγήσει κατά καιρούς πως είμαι φανατικός θεατής παλαιών ταινιών και φιλμς αρχείου, όπως επίσης και συστηματικός ερευνητής πολύ παλαιών φωτογραφιών. Η γοητεία που μου εξασκούν τόσο τα φιλμς αυτά όσο και οι φωτογραφίες, δεν είμαι σίγουρος ότι ξεδιαλύνεται στο νου μου τόσο εύκολα...

Σίγουρα, ένα από τα πράγματα που με ελκύουν σε αυτή την ασχολία (από τις πλέον αγαπημένες μου), δεν είναι η απόσταση στο χρόνο, αλλά η εγγύτητα... εγγύτητα βέβαια, όχι χρονική, αλλά ανθρώπινη ή με μια γενικώτερη έννοια οντολογική, για να την ορίσω έτσι, αν και δεν είμαι σίγουρος ότι αυτές οι λέξεις είναι οι πλήρως κατάλληλες εδώ.
Εκείνο που μας εκπλήσσει πάντοτε σε τόσο παλαιά στιγμιότυπα, φωτογραφικά ή κινηματογραφικά, είναι, θα έλεγε κάποιος, το ομοιότυπο στοιχείο με μας και όχι το διάφορο.
Και αυτό αναπόφευκτα, οδηγεί σε ένα είδος ανθρωπολογικής πληρότητας με καλλιτεχνικούς όρους κατά την θέαση· εδώ ο θεατής υπάρχει σαν σύνολο στο χρόνο, οικειοποιείται την πλήρη κίνηση της Ιστορίας και εκτιμά το μυστήριο του χρόνου, σαφώς με άλλο μάτι: εκείνο του κινηματογράφου.

Ιδέα δεν έχω ωστόσο, τι περαιτέρω ακριβώς ψάχνω να βρω όταν βλέπω πολύ παλιά φιλμς αρχείου με τις ημέρες και εξετάζω παλιές φωτογραφίες με τις ώρες, κάποτε... Όπως και να έχει όμως, έτσι γεννήθηκε πριν μερικά χρόνια ένα blog: το Moments of Eternity.


Wednesday, January 11, 2012

MAN RAY: Les Mystères du Château de Dé (1929)

Όλες οι ταινίες που σκηνοθέτησε ο Man Ray κατά την "παρισινή" σουρρεαλιστική περίοδό του είναι κατά την γνώμη μου ξεχωριστές.
Από το δίλεπτης διαρκείας, ευφυέστατο και "τυχαίο" "Le Retour à la Raison" του 1923 (θα το ανεβάσω κάποια στιγμή στο Century Camera II), μέχρι το "Emak-Bakia (1926) και το υπέροχο, -σημείο πλέον αναφοράς στο γαλλικό σινεμά-, "L’Étoile de Mer" (1928), έως την ταινία που μπορείτε να δείτε κατωτέρω στο βίντεο, ο μεγάλος Αμερικανός καλλιτέχνης χρώματισε με την εικαστική δημιουργία του μιαν ολόκληρη εποχή...

Ό,τι ακριβώς χαρακτηρίστηκε και ως "Cinéma pur" με την ιδιαίτερη έμφαση στην ποιητικότητα του φιλμικού ρυθμού και της κίνησης (και κυρίως των παιγνιδιών του φωτός), παρά στην δομή ενός "λογικού σεναρίου". Είδος στο οποίο, εκτός από τον Man Ray, διέπρεψαν ακόμα, ο René Clair και ο Fernand Léger .

Μπορούμε να φανταστούμε κάθε είδος σουρρεαλισμού χωρίς τον Man Ray; Προσωπικά, δεν το νομίζω .

Ο Man Ray υπήρξε για τον σουρρεαλισμό, αν όχι το φως του, ο φωτισμός του σίγουρα...





Saturday, January 7, 2012

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ

Εύχομαι και από εδώ ό,τι καλύτερο για τους φίλους και αναγνώστες του Century Camera II για το νέο έτος.
Το project αυτό ξεκίνησε πριν από τρία χρόνια περίπου, εν είδει δικής μου κυρίως "διανοητικής αναψυχής" και στα μεσοδιαστήματα των αναρτήσεων ανάμεσα σε Return blog και Moments of Eternity.
Σύντομα, ωστόσο η αγάπη σας και το ενδιαφέρον σας, με "υποχρέωσε" κατά μία έννοια να είμαι περισσότερο "παρών" και εδώ, και οφείλω να ομολογήσω πως η αλληλογραφία με μερικούς από εσάς, όσον αφορά κυρίως φιλοσοφικά θέματα, ήταν περισσότερο από γόνιμη, και οσαύτως, μια ευχάριστη έκπληξη.

Κατά το καινούργιο έτος, το Century Camera II, θα συνεχίσει στο δρόμο που διαμόρφωσε σιγά σιγά, δίνοντας έμφαση, πέρα από τα μουσικά, φιλοσοφικά και άλλα θέματα, και σε ζητήματα μυθολογίας και αρχετυπιών.

Αρκεί βέβαια να βρεθεί χρόνος.

Να είστε καλά.