Saturday, March 20, 2010

Η ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΒΑΤΟΝ ΤΗΣ

"Καὶ ὁ λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ"
(Ιωάννης 1:14)


Στο κείμενό μου με τίτλο "Ποίηση και Αναγκαιότητα" ενετόπιζα τις κατά τη γνώμη μου σταθερές παραμέτρους αξιολόγησης ενός ποιητικού έργου, παράμετροι που έχουν να κάνουν τόσο με την φύση μιας συγκεκριμένης εποχής, όσο, και κυρίως, με το πέραν αυτής ως το πλεόνασμά της, το οποίο οφείλει η ποίηση να συλλαμβάνει και να "καθαρπάζει" εν εμπνεύσει και πραγματώσει, και βάσει αυτού να καθίσταται σε τελική ανάλυση διαιώνια αξία ή όχι.

Επειδή ακριβώς η ποίηση είναι περισσότερο απ' όλες τις τέχνες εκείνη που θα αποκαλούσαμε μια αναλλοίωτη σταθερά μέσα στο χρόνο, τουτέστιν, ένα μέγεθος ασάλευτης έκφρασης και παγίωσης του νοητικού μέσα σε έναν, στην κυριολεξία, χαοτικών αλλαγών κόσμο και συνεπακολούθων εξαιρετικά ασταθών οριζουσών σκέψης και εκτίμησης.

Ο κόσμος έρχεται να εκτιμήσει, η ποίηση να αποτιμήσει.

Σε μια άλλη διάσταση αναφοράς, ο πρώτος έρχεται να εξελίξει κάτι, η ποίηση, ωστόσο, μάλλον να το ακινητοποίησει στην καλύτερη πνευματική και ερμηνευτική εκδοχή του.

Όπως καταλαβαίνει κανείς όχι και τόσο εύκολα λοιπόν, η επενέργεια της ποίησης στα ανθρώπινα είναι "αριστοκρατικής" υφής και ακόμα, μια κίνηση από τα πάνω προς τα κάτω, και όχι το αντίθετο.

Όσες φορές επιχειρήθηκε να προσδωθεί μια πιο "λαϊκή" ή εσκεμμένης πρόθεσης "μαζική" διάσταση στις ποιότητες των αρμών που προσδένουν την ποίηση με τους αποδέκτες της, τότε είχαμε στην καλύτερη περίπτωση κάτι το εξαιρετικά άτσαλο ως αποτέλεσμα, και στη χειρότερη, μια πλήρη ιλαροτραγωδία.

Πράγμα άλλωστε λογικό, στο βαθμό που η ποίηση συνιστά, όχι απλά μια τέχνη, αλλά πρωτίστως ένα άβατον του Λόγου, αν μπορεί να το πει κανείς έτσι, συνεπώς κάτι από τη φύση του ιερόν, όχι τόσο με τη λατρευτική-μεταφορική έννοια, όσο, -για έναν πραγματικό ποιητή τουλάχιστον- με την πλέον ρεαλιστική και αδυσώπητη της λέξης.

Αν "ο Λόγος εγένετο σαρξ" για να θυμηθούμε την καταπληκτική διαπίστωση του Ιωάννη, τότε, πέρα από την ομιλία (το θείο και σκοτεινό μυστήριο της ομιλίας) και τη γραφή, η σαρξ του Λόγου είναι πρωτίστως αυτό το σώμα της ποίησης, ο ναός ενός μακροκοσμικού ανθρώπου εντός του οποίου τελούνται οι διεργασίες υψώσεώς του από το ακατέργαστο επίπεδο του νοείν μέσω του συμβατικού λόγου προς ένα είδος συγκεντρωτικής και απόλυτης σκέψης, στην οποία, μια λέξη μπορεί να έχει την αξία και την σημασία εκατό λέξεων σε κοινότερη χρήση μέσα στο καθημερινό λόγο.

Αναρωτάται συνεπώς κανείς, και εύλογα, ποια μπορεί να είναι η δημόσια στάση και θέση ενός πραγματικού ποιητή απέναντι στο ιερό μυστήριο της ποιήσεως, και στο βαθμό βέβαια που ο ίδιος είναι σε θέση να συνειδητοποιήσει πως ο,τιδήποτε έχει να κάνει εδώ με μια περαιτέρω "αντικειμενικοποίηση" του Λόγου, όχι αναγκαία και νομοτελειακή, και υπαγορευόμενη από μια όχι και τόσο νοήμονα επιθυμία "μικροεπιφάνειας", "μικρομεγαλισμού" και "αυτοανάδειξης" μέσα από οποιονδήποτε τρόπο, είναι τόσο εύστοχο για τη ποίηση όσο πιθανώς θα ήταν η τοποθέτηση πηρουνιών μέσα σε ένα ανθοδοχείο... (αν και κάποιες φορές κάτι τέτοιο θα είχε αναμφίβολα ειδικό ενδιαφέρον νοσηρών συνιστωσών αλλά σε κάθε περίπτωση όχι μόνιμο).

Ο σάλος, η θορυβώδης κίνηση της "αγοράς" , οι εξ ορισμού πάντοτε γελοίοι και συμπλεγματικών εκκινήσεων "λογοτεχνικοί" καυγάδες και αστείοι διαξιφισμοί που ως κίνητρό τους δεν κρύβουν τίποτε περισσότερο από το απλοποιημένο "ζήτω εμείς, κάτω εσείς" ήταν, είναι και θα είναι πάντοτε ξένα σώματα προς την πραγματική ποίηση και ο συντομότερος δρόμος για την φαιδροποίησή της.

Ο χρόνος άλλωστε μέσα στον άτεγκτο βηματισμό του στην Ιστορία της Λογοτεχνίας και εν γένει του ανθρωπίνου πνεύματος, στην κυριολεξία εξανεμίζει όλα αυτά τα παρα-ποιητικά φαινόμενα και παρενέργειες και τα εναποθέτει -μαζί με τους φορείς τους- αργά η γρήγορα, είναι κάτι περισσότερο από αλήθεια αυτό, στην ανυπαρξία.

Πράγμα, βέβαια, που είναι αναμενόμενο. Επειδή ακριβώς το μυστήριο της ποίησης δεν συγχωρεί και ούτε πρόκειται να συγχωρήσει ποτέ μια περισσότερη "εκκοσμίκευση" απ' όση το ίδιο ορίζει, και περαιτέρω μια αυξανόμενη σε ποσότητα και ποιότητα "ενδοαλλοτρίωσή" του περισσότερη απ'όσο το ίδιο είναι διαθέσιμο να ανθέξει.

Όπως ακριβώς ένας ναός παύει να είναι ναός, αν οι συγκεντρωμένοι, ή ακόμα οριακότερα, οι ιερείς, αρχίζουν να φλυαρούν στα καθημερινά ή τσακώνονται και ασχημονούν ακόμα και εν τω μέσω της λειτουργίας, έτσι και η ποίηση και ο ποιητής έχουν πάψει προ πολλού να υφίστανται ως συγκεκριμένες υπαρκτές ποιότητες, όταν πλέον το κούφιο άγχος για προσωπική καταξίωση περνάει μέσα από τον ιδιάζοντα και ιδιοπαθή συνήθως "θόρυβο" και την ευτέλεια της έκπτωσης του ποιητικού λόγου σε άναρθρες αιτιάσεις και φωνασκίες, μέσα μάλιστα σε εκείνο τον "χώρο" που οφείλει πάνω απ'όλα να είναι ο ναός του Λόγου και όχι το γήπεδο εκτόνωσης του καθενός ερασιτέχνη ή σαχλοαισθηματία γραφιά.

Σε αυτές τις περιπτώσεις βέβαια, όπως έχει επισημανθεί αρκετές φορές από την Ιστορία της Λογοτεχνίας πρώτα παύει η ποίηση και μετά ο ποιητής.

Κατά κανόνα, η αδυναμία παραγωγής τουλάχιστον αξιοπρεπούς έργου κρύβεται πίσω από τις περισσότερες καταρρεύσεις της ποίησης και της ατμόσφαιράς της σε ένα γελοιογραφικό χάος τσακωμών, διαμαρτυριών, υστεριών, δημιουργίας "παρα-ποιήσεως" κλπ. κλπ.

Και είναι κοινό μυστικό, πως εκείνος που "επιτίθεται" πρώτος, έχει ήδη χάσει το παιγνίδι για το απλούστατο λόγο ότι με αυτή τη κίνηση αναγνωρίζει το ελλειματτικό της ποιητικής υπόστασής του.
Αν είχε και την στοιχειωδέστερη αυτοπεποίθηση και πίστη σε αυτό που κάνει, και ήταν απηλλαγμένος από κάθε αίσθημα φθόνου και ζηλοτυπίας, πολύ απλά δεν θα ένοιωθε την ανάγκη για τέτοιες αυτοκαταρρεύσεις λόγου και προσωπικότητας.

Ο ποιητής εκείνος που έχει πραγματικά δημιουργήσει μέσα στην ποίηση δεν έχει ανάγκη να προσφεύγει αυτοκαταστρεφόμενος σε τέτοιες διαδικασίες.
Ξέρει να περιφρουρεί σοφά το ταλέντο του και να μην μειγνύεται με τη σκόνη του χρόνου...
Ξέρει πάνω απ'όλα να προφυλάσσει το ιερό της ποιήσεως από την δυσλαλία μιας ψευδούς κοινωνικότητας που προσπαθεί να εξισώσει με την ανούσια υπόστασή της ό,τι δεν καταλαβαίνει και να ερμηνεύσει τα ανερμήνευτα, όχι πια -και εδώ είναι η τραγωδία- με την πολυτροπία του ποιητικού λόγου, αλλά με τις μονοδιάστατες ταυτοποιήσεις και απλουστευτικές αποφορές της πιο επίπεδης και ρηχής, και πάντοτε όπως έχει παρατηρηθεί σε αυτές τις περιπτώσεις, "θυμικής" (μη) ποιότητας "γραφής".

Σίγουρα δεν είναι όλοι οι άνθρωποι για το ιερό της ποιήσεως. Είναι κάτι περισσότερο από βέβαιο, πως αρκετοί δεν μπορούν να ανθέξουν την έλλειψη μιας παραποιητικής ψευδοκοινωνικότητας και των άχαρων "ζυμώσεών" της από το περιρρέοντα χώρο του ποιητικού σώματος.

Δεν μπορούν βέβαια, εκτός αν είναι...πραγματικοί ποιητές. Αλλιώς, κακά τα ψέμματα, δεν κάνουν γι'αυτή τη δουλειά.

Ο ποιητής οφείλει να μιλάει με το έργο του και μόνον.

Όπου αυτό εκλείπει , αρχίζουν τα άχρηστα "έκτροπα", τα οποία συνήθως είναι τόσο ...έξυπνα και τόσο αποτελεσματικά, όσο και ο μοναχικός ήχος του κουδουνιού της αδιόρθωτης βλακείας μέσα στο καμπανοστάσιο της πραγματικής δημιουργίας...

Από αυτή την άποψη, το άβατον της ποιήσεως είναι πραγματικό , υπαρκτό, αλλά δεν το κατανοούν, όχι οι πολλοί ή οι λίγοι, αλλά όσοι δεν πρέπει έτσι κι αλλιώς να το κατανοήσουν και δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση να το κατανοήσουν στον αιώνα, ακόμα και αν η πρόθεσή τους φανεί ότι αλλάζει επ'αυτού.

Κατά συνέπεια, ούτε ο κακής ποιότητας "διαμαρτυρόμενος", ούτε ο αδιόρθωτα ερασιτέχνης, μηδέ ο κούφιος λαϊκός και συναισθηματολόγος ποιητής, μήτε και ο αναχρονιστικός "ποιητής-σπουργίτι" που με παιδιάστικους λεττρισμούς αποπειράται να περισώσει τα εννοιολογικά ναυάγιά του, γενικά, ο περιορισμένων δυνατοτήτων και βεληνεκούς, θα εννοήσουν ποτέ ότι δεν είναι τόσο το άχρωμο και μέτριο έργο τους που τους ωθεί σε μια κωμικοτραγική "υπέρβαση" προς τα κάτω των σοφά οριοθετημένων από τους αιώνες πέπλων που συγκρατούν την ποίηση από την έκπτωσή της σε καθημερινό, άσκοπο ή χυδαίο λόγο και πρακτική.

Είναι πάνω απ'όλα η αδυναμία κατανοήσεως πως το άβατον της ποιήσεως είναι βατό μόνο για εκείνους που είναι αποφασισμένοι να μιλήσουν μονάχα με το έργο τους.

Όλα τα υπόλοιπα είναι αστεία, και προοριζόμενα μόνο για τις χωματερές ούτε καν της ιστορίας της λογοτεχνίας (αλλοίμονο αν ησχολείτο με τέτοια...), αλλά αυτής της τρεχούσης καθημερινότητας.



Thursday, March 4, 2010

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ

Η ποίηση θα σκεφτούν πολλοί, και όχι αδικαιολόγητα, δεν είναι "αντικειμενικό" μέγεθος, συνεπώς η υποκειμενική προτίμηση και επιλογή ενέχουν εδώ βαρύνοντα ή πρωτεύοντα ρόλο όσον αφορά την αξιολόγησή της.

Πράγμα που είναι σχετικώς και μόνον σωστό με την έννοια ότι εφαρμοζόμενο σε μια στενή προοπτική του χρόνου ή σε ένα παρόν, και ακόμα δε περισσότερο αν λογίζεται εντός μιας ιδιωτικής συναναστροφής , μπορεί να ανταποκρίνεται σε μιαν εμπειρική αλήθεια. Η οποία τέτοια αλήθεια όμως είναι μάλλον βραχύβια.

Διότι όταν αποφασίζουμε κάποτε να θεωρούμε την λογοτεχνία sub specie aeternitatis, εκεί ανακαλύπτουμε πάντα με τρόπο που ελάχιστα επιδέχεται αμφιβολίες, πως είναι εντελώς διαφορετικά τα κριτήρια που αξιολογούν ένα έργο και ενδεχομένως το απαθανατίζουν.

Το άτομο αναφορικά προς την ποίηση προσπορίζεται συνήθως μια άλλου είδους αναγκαιότητα προσέγγισής της, εκείνη που θα του επιτρέψει να βρει κάτι που θα "ταιριάξει" με τον ήδη σχηματισμένο προσωπικό κόσμο του ή εκείνη που θα δικαιώσει κάποιες σταθερές επιλογές του.
Βέβαια, ακόμα και σε ένα τέτοιο επίπεδο, το γούστο (αν δύναται να υπάρξει τέτοιο πράγμα στη τέχνη, - αισθητική συνήθως ναι) δευτερευόντως έχει να κάνει με την προτίμηση, όχι περισσότερο τουλάχιστον από την τάση του ανθρώπου για αναγνώριση ψυχολογικών συγγενειών και ομοιοτήτων έξω από αυτόν τον ίδιο.

Ένας ολόκληρος κόσμος ωστόσο αναφορικά προς την ποίηση εκβάλλει μια εντελώς διαφορετική αναγκαιότητα αξιολόγησης και αφομοίωσής της.

Κάθε εποχή, θα έλεγε κανείς, πώς έχει πάντοτε ως μυστικό αίτημά της από την ποίηση, όχι τόσο να αντανακλάται μέσω αυτής (η ποίηση δεν είναι εφημερίδα) αλλά να εκφράζεται απ' αυτήν (πράγμα διαφορετικό από την απλή αντανάκλαση) και κυρίως να υπερβαίνεται απ'αυτήν κατά πολύ, ή τουλάχιστον να ωθείται σε ένα όριο από το οποίο αυτή η εποχή θα αναζητήσει το καινούργιο εν εξελίξει και εφαρμογή.

Συνεπώς, η αναγκαιότητα εδώ έχει να κάνει περισσότερο με την νέα έκφραση όπως επίσης και με τα εργαλεία εκείνα του λόγου που ενδεχομένως θα ανανεώσουν όχι μόνον την γλώσσα αλλά και έναν ολόκληρο τρόπο του σκέπτεσθαι και του οράν στην ποίηση αλλά και στο αντίθετο αυτής: την καθημερινότητα.

Από αυτή την άποψη ο,τιδήποτε ανήκει σε ένα "παρόν", ήτοι αρέσκειες και απαρέσκειες, συμπάθειες και αντιπάθειες, σκοπιμότητες και αγαθότητες, αλληλεγγύη και αντιζηλίες, ευεργεσίες και συμπλεγματικές καταστάσεις, αναγνωρίσεις και ζηλοτυπίες, κονιορτοποιούνται πραγματικά από την εκάστοτε επερχομένη κρίση του μέλλοντος.

Λες και σαν να μην υπήρξαν ποτέ, όλες οι αδιέξοδες ή πανικοβλημένες προσπάθειες των γραφέων για αναγνώριση, οι αγωνίες τους, οι σχεδιασμένες ή αυθόρμητες κινήσεις τους για αυτοεπιβεβαίωση σε έναν στενό συνήθως κύκλο μέσα στο χρόνο τους, αποσύρονται πίσω από τις κεκλεισμένες θύρες της Ιστορίας της Λογοτεχνίας όταν αυτή αποφασίζει -ως μια παντελώς απρόσωπη δύναμη δικαίωσης της αναγκαιότητας μιας εποχής για αρτίωση μέσω του λόγου και αυτοϋπέρβαση-, για το τι πραγματικά αξίζει να τεθεί στην πρωτοπορεία της και να εκτιμηθεί σε πρώτη γραμμή.

Ή αλλιώς, όπως θα έλεγε και ο Hegel, "die Weltgeschichte ist das Weltgericht" (η Ιστορία του κόσμου είναι η κρίση του κόσμου).

Και η κρίση, όπως μας έχει δείξει αυτή η Ιστορία είναι ένα θέμα που αφορά πάντα τους κατοπινούς και όχι τους συγκαιρινούς. Ή από τους δεύτερους, μόνον οι εκφράζοντες πλήρως και διεξοδικώς κριτικό και αποτιμητικό λόγο χωρίς προσωπικά κίνητρα μπορούν να συνεκτιμηθούν ανάμεσα στα βλέμματα του μέλλοντος.

Για να γίνουν όλα αυτά περισσότερο κατανοητά, ας πάρουμε δυο παραδείγματα από την Ιστορία της ποίησης του 20ού αιώνα.

Το πρώτο, ας έχει να κάνει με τον άνθρωπο που "διαφήμισε" (με την καλή, πνευματική έννοια) περισσότερο απ'όλους την ελληνική ποίηση στον υπόλοιπο κόσμο, τον Κωνσταντίνο Καβάφη, και το δεύτερο, με τον Ezra Pound, έναν αναντίρρητα μεγάλο ποιητή του 20ού αιώνα και αμφισβητούμενη φυσιογνωμία ο ίδιος όσον αφορά τις πολιτικές (και μάλλον εξ αφελείας ωθούμενες) επιλογές του.

Ο Καβάφης ήταν τελικά ο άνθρωπος που είχε πραγματικά να πει κάτι την κατάλληλη στιγμή και όταν εκείνη η στιγμή χρειαζόταν μόνο (ή κυρίως) αυτό που είχε να πει ο Καβάφης.

'Ενα συνταιριάσμα μοναδικοτήτων, δηλαδή, αντίληψης, χρόνου και παγκόσμιας ανάγκης, αυτό ήταν ο Καβάφης, πράγματα που όπως καταλαβαίνει κανείς ήταν σχεδόν αδύνατον να γίνουν ορατά στο καιρό του.
Σε αυτόν τον τελευταίο θα μπορούσε να ανεύρει κανείς μονάχα εκείνο το λογοτεχνικό πανδαιμόνιο που ανευρίσκεται και σε κάθε άλλη εποχή. Ο αγώνας των γραφέων για αναγνώριση και καταξίωση, μέσα σε ένα κυκεώνα προσωπικών προτιμήσεων και συγκρούσεων για υποτιθέμενους λογοτεχνικούς λόγους (σπάνια υπήρχαν πραγματικοί τέτοιοι) που στην ουσία δεν έκρυβαν τίποτε περισσότερο από το αφελές δίλημμα του "γιατί εσύ και όχι εγώ;".

Έπρεπε να περάσει ένα ικανό χρονικό διάστημα και να διαλυθούν όλα αυτά στην ανυπαρξία για να κατανοηθεί το μεγάλο ποιητικό βεληνεκές του Καβάφη και να αποδωθούν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και η δόξα του χρόνου τω ποιητή.

Το ίδιο σχεδόν μπορεί να λεχθεί και για τον Ezra Pound. Ήταν ο άνθρωπος που κατενόησε βαθύτατα και συνειδητότατα την βαθειά ανάγκη της μοντερνιστικής εποχής στην τέχνη και για επική , ολοκληρωμένη έκφραση πέρα από τον αποσπασματικό η μερικοποιημένο λόγο.

Ένα εγχείρημα σχεδόν τιτανικής ορμής το οποίο ωστόσο δεν πρέπει να ιδωθεί σαν το "γούστο" ή το προσωπικό βίτσιο ενός τυχαίου ανθρώπου, στη θέση του οποίου κάλλιστα θα μπορούσε να είναι ένας άλλος με ένα άλλο "γούστο" ή βίτσιο, αλλά ως η ανεπανάληπτη και μοναδική ανάγκη ενός ολόκληρου κόσμου μια δεδομένη στιγμή για αυτο-ταυτο-ποίηση, αναγνώριση του εαυτού του μέσα στον και από τον εαυτό του.
Και ταυτόχρονα, μέσα σε όλη αυτή την διαδικασία καθαρής αυτογνωσίας σε μακροκοσμικό επίπεδο, αναλαμπή και προ-όραση του μελλοντικού κόσμου με νέες , φρέσκες συνιστώσες που έρχονται κάθε φορά να κατακαθίσουν στην ανθρωπότητα πρώτα στην περιοχή της ιδέας και του λόγου και κατόπιν να περάσουν σε ορατότητα πραγμάτωσης, σε όποιο βαθμό περάσουν, ολοκληρωτικώς, μερικώς ή καθόλου.

Όπως είναι εύκολα αντιληπτό λοιπόν είναι άλλο πράγμα η ατομική προτίμηση και άλλο η καθολική αναγκαιότητα της ποιήσεως.

Σε χώρες μάλιστα, όπως η Ελλάδα που το σύνδρομο αυτοϊκανοποιούμενης γήρανσης είναι μάλλον εκτεταμένο και όπου η ποίηση που γράφεται στις μέρες μας, είναι σε ένα μεγάλο (αν όχι μέγιστο) ποσοστό της γερασμένη ήδη από τη γέννησή της, καθυποβαλλόμενη μόνον από φοβίες του παρελθόντος και χωρίς φρεσκάδα, χωρίς όραμα , χωρίς ανάγκη να αποδοθεί κάτι πραγματικά καινούργιο στην εποχή της, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα προτίμηση και αναγκαιότητα δεν είναι πάντα σαφής.

Χρειαζόμαστε και εδώ ένα πραγματικά νεαρό βλέμμα αιώνων.
Μια άλλη, επιτέλους οπτική που θα μας επιτρέψει να "ξεκολλήσουμε" από ανενεργείς πλέον φόρμουλες του παρελθόντος και να συνειδητοποιήσουμε την ευθύνη του χρόνου.

Πράγμα όμως που έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται ποτέ να αφορά τους "πολλούς" και δεν πρόκειται ακόμα περισσότερο να είναι ζήτημα μιας ζύμωσης, ενός επηρεασμού ή μιας προπαγάνδας (αυτές οι αφέλειες αποτυγχάνουν και απορρίπτονται σε χρόνο ρεκόρ από τον βηματισμό της Ιστορίας της Λογοτεχνίας, - σε οποιαδήποτε άλλη τέχνη μπορεί να έχουν ένα νόημα, στην ποίηση όμως συνιστούν απλά ανοησία), αλλά θέμα, θα έλεγε κανείς, της απρόσωπης και τυφλής επέμβασης της αναγκαιότητας του λόγου και της εποχής μέσα από συγκεκριμένα υποκείμενα και τις ατομικές πρακτικές τους στην περιοχή της καλλιτεχνικής πραγμάτωσης μιας καθολικής ιδέας, ανεξάρτητα από το κατά πόσο το συνειδητοποιούν εκείνη τη στιγμή.



Wednesday, February 17, 2010

TROTSKY 3





Μια αφελής εικασία που εκφέρεται πάντοτε από αρκετούς όταν συζητείται η πιθανή τύχη της μετεπαναστατικής Ρωσσίας στα χέρια του Τρότσκι και όχι του Στάλιν, μετά τον θάνατο του Λένιν, και στο βαθμό που ο πρώτος κατόρθωνε να κυριαρχήσει στην εξουσία έναντι του δευτέρου, είναι η εξής: η εξουσία είναι αυτή που είναι, διαφθείρει και αλλοτριώνει, συνεπώς και ο Τρότσκι μπορεί να μην ήταν πολύ διαφορετικός από τον Στάλιν αν είχε κατορθώσει να επιβληθεί στην Κ.Ε. του Μπολσεβίκικου κόμματος.

Τίποτε πιο μακριά από την αλήθεια, και όπως πάντα τα υπεραπλουστευμένα "εξισωτικά" σχήματα που κάποτε ενέχουν και κάποιες παράξενες αξιώσεις εφηρμοσμένης εκ των υστέρων δικαιοσύνης στο πεδίο του υποθετικού, αποτυγχάνουν να σχηματοποιήσουν καν εκείνο για το οποίο εκφέρονται σε ομιλία.

Το θέμα δεν είναι "ο Τρότσκι έναντι του Στάλιν", δεν μπορεί να τεθεί σε μια τόσο προσωποπαγή βάση ένα τεράστιο άλμα προς την ελευθερία και την οριστική χειραφέτηση του ανθρώπου από κάθε κοινωνική και οικονομική καταπίεση που επισυνέβη τότε στην ανθρωπότητα και την παγκόσμια Ιστορία.

Το θέμα είναι, θα λέγαμε, η επιθυμία για ολοκλήρωση της επανάστασης σε παγκόσμιο επίπεδο έναντι της συντήρησής της στα εθνικά σύνορα μιας καθυστερημένης χώρας όπως η Ρωσσία του πρώτου ημίσεως του 20ού αιώνα.

Βάσει αυτής της διάκρισης μπορούμε να εξετάσουμε οποιοδήποτε άλλο ερώτημα, ακόμα και το πλέον προσωποπαγές όπως εκείνο που αντιπαραβάλλει "εναλλακτικά" τον Τρότσκι στον Στάλιν, ο οποίος Στάλιν, είναι περισσότερο από αλήθεια πως υπήρξε ο δήμιος του Οκτώβρη πολύ πριν καταστεί και ο δήμιος για πλήθος σοβιετικών πολιτών, μαζί και του εξόριστου Τρότσκι.

Η στάση των αναρχικών είναι φυσικά εδώ πάγια. Ο Τρότσκι ανήκει στους "εξουσιαστές", "θυμηθείτε τον ρόλο του στην Κρονστάνδη", "ήταν μιλιταριστής" κ.λπ. κ.λπ.

Όσο και αν η συναισθηματική φόρτιση των αναρχικών κατά κανόνα αποβαίνει εις βάρος της ενδελεχούς και νηφαλιότερης διερεύνησης της αντικειμενικότητας, και πάνω απ' όλα, της ουσιαστικής διασφάλισης του ρόλου του υποκειμένου στην Ιστορία (όσο λάθος είναι να αναγάγουμε την τύχη της μετεπαναστατικής Ρωσσίας σε προσωπική βεντέττα ανάμεσα σε δυο προσωπικότητες, άλλο τόσο λάθος είναι να εξαφανίσουμε αυτές τις τελευταίες πίσω από ένα γενικό "αντιεξουσιαστικό" σχήμα που αντιμετωπίζει οποιαδήποτε ανάληψη ευθύνης στη συγκρότηση ενός επαναστατικού κράτους, και μάλιστα σε τόσο κρίσιμους καιρούς, σαν, το λιγότερο, δουλειά του διαβόλου), εν τούτοις έχω την εντύπωση πως δεν μπορεί κανείς να απαιτήσει από την αναρχική θεώρηση να δει το πράγμα διαφορετικά.
Με άλλα λόγια, ουκ αν λάβης παρά του ήδη έχοντος (την συγκεκριμένη θεώρηση η οποία αν άλλαζε εδώ θα έπρεπε πιθανώς να σταματήσει η σύνολη ιδεολογία να υφίσταται...).

Ωστόσο, την πιο πάνω ρηχή υποθετική ταύτιση του Τρότσκι με τον Στάλιν σε επίπεδο εξουσίας δεν την κάνουν τόσο οι αναρχικοί (τουλάχιστον με αυτόν τον τρόπο), όσο μάλλον οι πιο μικροαστοί από τους αργόσχολους σχολιαστές της καθημερινότητας και της Ιστορίας.

Όμως εδώ τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά από το "ΠΑΣΟΚ και ΝΔ είναι το ίδιο πράγμα".

Γιατί ακριβώς ομιλούμε για κατακλυσμιαίες δύναμεις της Ιστορίας που αφυπνίστηκαν από τον Οκτώβρη, και ακόμα ποτέ δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η ανθρωπότητα έκανε τότε μόλις τα πρώτα βήματά της σε μια "terra incognita" σε συνθήκες εξαιρετικά ασταθείς και εγκυμονούσες ασύλληπτους κινδύνους ανά πάσα στιγμή...

Η όλη μετωπική διάκριση και διαφοροποίηση ανάμεσα στις δύο εκδοχές της Ιστορίας δεν βρίσκεται στους χαρακτήρες των δύο πρωταγωνιστών της μετα-λενινικής εποχής στην Σοβιετική Ένωση αλλά στις αντιλήψεις και τις ιστορικές ωθήσεις που εξέφραζαν.

Ο Τρότσκι στην ουσία εξέφραζε την κλασσική μπολσεβικική γραμμή και αντίληψη για εδραίωση της επανάστασης σε παγκόσμιο επίπεδο, προειδοποιώντας με άφθαστο αναλυτικό και ρητορικό τρόπο πως η απομόνωση και ο εγκλεισμός της επανάστασης εντός των συνόρων του πρώτου επαναστατικού κράτους στην Ιστορία, αναπόφευκτα θα εξέθρεφε και θα παγίωνε την γραφειοκρατία σε καταλυτική δύναμη πρωτεύουσας εξουσίας και παραμόρφωσης του εργατικού κράτους.

Η ανάλυση του Τρότσκι, κυρίως έτσι όπως εκφαίνεται από τις αριστουργηματικές σελίδες της "Προδομένης Επανάστασής" του, δεν έχει χάσει τίποτε από την αίγλη της έως σήμερα.

Δεν έχει καμμιά σημασία το τι θα συνέβαινε, αν ο Λένιν πάθαινε λίγο αργότερα τα μοιραία εγκεφαλικά επεισόδια και παραλύσεις του, ή αν είχε φροντίσει να αποκλείσει εγκαίρως τον Στάλιν από την διαθήκη του, ή αν ο Τρότσκι φρόντιζε να οργανώσει πραξικόπημα και να καταλάβει την εξουσία προτού η σταλινική συντηρητική φράξια δικτυωθεί στον κομματικό μηχανισμό.

Η Ιστορία δεν λειτουργεί έτσι κι αλλιώς με πιθανότητες και ενδεχόμενα αλλά κάποτε με στυγνές αναγκαιότητες. Στο βαθμό που η επανάσταση απομονωνόταν, είναι περισσότερο από σίγουρο πως η γραφειοκρατία θα εμφανιζόταν ξανά με το "εθνικό" της πρόσωπο, ακόμα και αν οι περιστάσεις ήταν περισσότερο ευνοϊκές , ή είχαμε "κατ'ευχήν" ενδεχόμενα για την μπολσεβικική-λενινική τάση και αντίληψη που εξέφραζε ο Τρότσκι και η Διεθνής Αριστερή Αντιπολίτευση τότε.

Η όλη αντιπαράθεση όπως επίσης και η τραγωδία της Ιστορίας στις συγκεκριμένες εποχές δεν έχουν να κάνουν μόνο με την λυπηρή θέαση της κατάντιας του πρώτου πραγματικού ριζοσπαστικού κράτους στην Ιστορία σε γραφειοκρατική μηχανή αναπαραγωγής μια τυπικής ασιατικού στυλ κάστας στην εξουσία με σκοπό την εθνικά περιχαρακωμένη κυριαρχία και διαιώνισή της σε ένα είδος "επαρχιακής ελίτ του κόσμου".

Έχουν πρωτίστως να κάνουν με τις συνέπειες όλης αυτής της εξέλιξης έτσι όπως κλιμακώθηκε και κορυφώθηκε έως τις ημέρες μας ακόμη.

Αν η "έφοδος στον ουρανό" δεν πραγματώθηκε τότε, και αν έμεινε ένα ανεκπλήρωτο ζήτημα καθ'όλην την διάρκεια του 20ού αιώνα, τότε ίσως είναι η στιγμή να κατανοήσουμε βαθύτερα ΤΙ σημαίνει "έφοδος στον ουρανό" και γιατί οποιαδήποτε "εκκρεμότητα" στη γη μπορεί να την ματαιώσει...

Στο κάτω κάτω η ιστορία κινείται συνεχώς με εκκρεμότητες, η ίδια δεν είναι τίποτε άλλο από μια τεράστια εκκρεμότητα πάνω στους ώμους της ανθρωπότητας που αν και έχουν αρχίσει να γέρνουν από το συσσωρευμένο βάρος της Ιστορίας, εν τούτοις, ανά πάσα στιγμή και προς μεγάλη έκπληξη των εφησυχασμένων μπορούν να τιναχθούν με νεανικό σφρίγος προς τα πάνω και να επαναφέρουν επί τάπητος και εν πραγματικότητι όλα τα άλυτα εκ των μεγίστων αιτημάτων εκείνου του παρελθόντος που εφορμά στο παρόν ως μια ακατανίκητη έλξη του μέλλοντος...


Tuesday, February 9, 2010

Roger Reynolds: Odyssey, an opera in the mind


Ξανακούγοντας μετά από καιρό την "Οδύσσεια" του πολύ σημαντικού αμερικανού συνθέτη Roger Reynolds, αναρωτήθηκα στα σοβαρά για το ποια μπορεί να είναι η τύχη έργων σαν κι αυτό σε μιαν εποχή κατά την οποία η βιομηχανία της μαζικής ποπ κουλτούρας έχει στην κυριολεξία αφηνιάσει...Επαναλαμβάνοντας στο διηνεκές μέσω των "υπαλλήλων" μουσικών της όλα τα εύπεπτα κλισέ που μπορούν να της αποφέρουν σημαντικά οικονομικά κέρδη.

Κακά τα ψέμματα, όσο η μουσική δεν αντιμετωπίζεται ως τέχνη (και αυτό δεν είναι καθόλου θέμα των εταιριών, αυτές κάνουν απλά την δουλειά τους) και όχι πρωτίστως ως διασκέδαση, ή "συμπλήρωμα ζωής", τότε είναι μια αναπόφευκτη "καταδίκη" έργα όπως η "Οδύσσεια, Μια Όπερα στο Μυαλό" του Reynolds να αφορούν έναν κύκλο, ευρύτερο ή στενότερο, μόνον μυημένων ακροατών ανά την υδρόγειο.

Το συγκεκριμένο έργο που ανήκει στα λεγόμενα "Paris Pieces" του συνθέτη και συνδομείται κατά μείζονα λόγο με κείμενα του Samuel Beckett, είναι ένα από τα πλέον "δύσκολα" και αναπάντεχα έργα του 20ού αιώνα.
Γραμμένο για σολίστ, σύνολο οργάνων και computer, αποτελεί ένα ιδιότυπο και μοναδικό ιδίωμα σύζευξης λόγου και μουσικής, κατά το οποίο ακόμα και η Θεωρία του Χάους από την μοντέρνα Φυσική επιστρατεύεται στην παρουσίαση των βασιζομένων σε, και ρυθμιζομένων από computer φωνητικών (ας μην ξεχνάμε και την ιδιότητα του συνθέτη ως καθηγητή της Μηχανικής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Σαν Διέγο στη Καλιφόρνια)

Έργο μοναδικό, γραμμένο κατά τη διάρκεια 1989-1993, φαντάζει σαν να ανακεφαλαιώνει όλη την κληρονομιά της ηλεκτροακουστικής avant-garde χωρίς ωστόσο να παραπέμπει πουθένα συγκεκριμένα (κάποιες στιγμές μου ήλθε στο μυαλό ο Stockhausen χωρίς να σημαίνει γι'αυτό ότι το έργο του Reynolds του χρωστά κάτι ιδιαίτερα), και εμμένοντας σε κάθε περίπτωση σκανδαλωδώς καινοφανές και πρωτοποριακό ακόμα και για αυτά τα δεδομένα της avant-garde.

Από το mixpod δεξιά, μπορείτε να ακούσετε ολόκληρη την όπερα , σε εννέα μέρη, του Reynolds.




Monday, January 18, 2010

György Ligeti: απόδραση από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ήχων

Θα έλεγε κανείς πως ο György Ligeti είναι η ίδια η πλήρης -και αναπόφευκτη- ηχητική έκφραση του 20ού αιώνα. Και διαλέγω τον προσδιορισμό "ηχητική" μιας και όχι σπάνια είναι προτιμητέος από τους συνθέτες της avant-garde έναντι του όρου "μουσική".

Στά έργα του ανευρίσκονται όλες εκείνες οι ποιότητες και απολήξεις που έχουν χαρακτηρίσει για τα καλά τον προηγούμενο αιώνα, και ακόμα, ο σύνολος μοντερνισμός της κλασσικής μουσικής φθάνει σε ένα απώγειο δύναμης και οριακότητας, μιας και μετά τον Ligeti τι;

Εδώ είναι ένα κρίσιμο ερώτημα κατά τη γνώμη μου.

Ο μεγάλος Ουγγρορουμανοεβραίος συνθέτης έχει σπρώξει το κάθε τι που εντοπίζεται στην ηχητική των σύγχρονων καιρών σε ένα όριο, το οποίο θα 'λεγε κανείς πως τεντώνεται σε έναν "συναγερμό", που εκτείνεται πέραν της μουσικής και ακούγεται σε όλους τους φαινομενικά ερημωμένους διαδρόμους της Ιστορίας του αιώνα...

Ο συνθέτης άλλωστε είχε αρκετές περιπέτειες που άρρηκτα συνδέονται με αυτή την τελευταία. Λόγω της εβραϊκής καταγωγής του, υποχρεώθηκε το 1943, σε ηλικία είκοσι χρονών ,να καταταγεί σε "ταξιαρχία υποχρεωτικής εργασίας" από το φασιστικό καθεστώς του ναυάρχου Χόρτυ στην Ουγγαρία (θα παραμείνει πάντοτε σκανδαλώδες το γεγονός της ύπαρξης ναυάρχων σε μια χώρα που δεν βρέχεται πουθενά από θάλασσα), ενώ ο αδελφός του σε ηλικία δεκαέξι χρονών εγκλείστηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Matthausen όπου και πέθανε. Οι δε γονείς του στάλθηκαν στο Auschwitz, από το οποίο επέζησε μόνο η μητέρα του.

Περαιτέρω, ο συνθέτης είχε σημαντικά προβλήματα να αντιμετωπίσει με το μεταπολεμικό σταλινικό καθεστώς της Ουγγαρίας που τον έβλεπε πάντα "καχύποπτα".

Γι'αυτόν τον λόγο, τον Δεκέμβριο του 1956 λίγο μετά την ουγγρική εξέγερση διέφυγε στη Βιέννη, όπου και μπόρεσε σε σύντομο χρονικό διάστημα να αποκτήσει την αυστριακή υπηκοότητα και έτσι να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο δημιουργικό και καλλιτεχνικό του έργο, χωρίς να του βάζει αλλά εμπόδια πλέον η ταραγμένη εποχή του...

Από εκεί και πέρα τα πράγματα είναι λίγο πολύ γνωστά όσον αφορά τον συνθέτη, μιας και η καθιέρωση δεν άργησε να έλθει και η αναγνώριση προς το έργο του ήταν εκτεταμένη και ενθουσιώδης.

Είναι κατανοητό λοιπόν πως τα τραύματα της Ιστορίας είναι παρόντα στη μουσική του Ligeti με ένα τρόπο που δεν μπορεί να αγνοηθεί εύκολα. Άλλωστε αυτός είναι ο λόγος που όχι σπάνια, η μουσική του ακούγεται σαν ένας τεντωμένος ηχητικός συναγερμός όπως ελέχθη και προηγουμένως, έχοντας ο ίδιος βέβαια φροντίσει να χτίσει την σύνολη αντίληψή του για την μουσική και το προσωπικό στυλ του μέσα από μια σχεδόν ιδιοφυή τεχνική που την ονόμασε "μικροπολυφωνία".

Κατά την τέλεση της μικροπολυφωνίας ένας όγκος από ετερόκλητες ή και "παράφωνες" συγχορδίες εκτείνονται σε βάθος χρόνου αργά, εμφανιζόμενες και εξαφανιζόμενες προοδευτικά μέχρι η όλη ηχητική εντύπωση να καταλήξει σε ένα "παιγνίδι κυμάτων" που αυτοανακυκλώνονται στην ενέλιξή τους.
Το αποτέλεσμα κατά κανόνα είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακό και δύσκολα αποσβέννυται από τη μνήμη του ακροατή.

Σαν κάτι να επιχειρεί να "δραπετεύσει" από το ηχητικό σύμπαν σε μια άλλη διάσταση, υπομνηματίζοντας κατά την διάρκεια αυτής της απόπειρας φυγής, πως ο ήχος είναι πάνω απ'όλα Ιστορία.

Αυτή την Ιστορία προσπαθεί να αναμιμνήσκεται, από αυτήν ακριβώς επιχειρεί να ξεφύγει οριστικά, σαν από εφιάλτη, προς τις εκτάσεις μιας άγνωστης ακόμη ελευθερίας που εγείρεται μεν από τον ήχο αλλά συρρέει συνολικά στα ανθρώπινα.



Από το gcast δίπλα δεξιά, ακούμε κατά σειρά δυο από τα πιο γνωστά έργα του György Ligeti, το αριστουργηματικό "Atmosphères" (1961) όπου και εγκαινιάζει την τεχνική της μικροπολυφωνίας και το "San Francisco Polyphony" (1974).

Thursday, January 7, 2010

AVANT-GARDE ΚΑΙ ΚΟΙΝΟ


Καίτοι η avant-garde ως καλλιτεχνικό και εν γένει πνευματικό φαινόμενο είναι διαχρονικό, εν τούτοις στον 20ό αιώνα θα αποκτήσει μια πιο "πάγια" εννοιολογία, αποτέλεσμα των πολλών πρωτοποριακών κινημάτων που θα εμφανιστούν σε όλες σχεδόν τις τέχνες.
Κατά συνέπεια όταν εκφέρουμε αυτόν τον όρο, το πρώτο που μας έρχεται στο μυαλό είναι κάτι "ανατρεπτικό", "ρηξικέλευθο", που φέρει νέους ορίζοντες στην τέχνη, αλλά κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα κυρίως.
Ασχέτως, βέβαια, του γεγονότος ότι η avant-garde είναι τόσο παλιά όσο και η ίδια η τέχνη προφανώς...

Θα πρέπει ωστόσο να ανιχνευθούν, έστω και εν συντομία, οι ιδιαίτερες συνθήκες, οικονομικές, κοινωνικές και καλλιτεχνικές που εντοπίζονται στις αρχές του 20ού αιώνα, αν θέλουμε να κατανοήσουμε την έκρηξη της avant-garde (με την σύγχρονη πλέον έννοια), και ακόμα, να δούμε και το συγκεκριμένο Zeitgeist του πρώιμου μεταπολέμου που οδήγησε, θα έλεγε κανείς σε μια αναγέννηση της avant-garde με όρους πλέον ίσως πιο ώριμους.

Οι αρχές του προηγούμενου αιώνα υπήρξαν καταλυτικές και αποφασιστικές όσον αφορά την σύνολη μετάβαση του καπιταλισμού από το ύστερο βιομηχανικό του στάδιο στο χρηματιστηριακό και το πιο προχωρημένο "ιμπεριαλιστικό" (το 1916 ένας μυστηριώδης και "σκοτεινός" Ρώσος εμιγκρές, ο Βλαδίμηρος Ίλιτς Λένιν θα γράψει στην Ζυρίχη, ένα βιβλίο κλασσικό πλέον στο είδος του που θα επανακαθορίσει μιαν ολόκληρη εποχή...το " Imperialism, the Highest Stage of Capitalism").
Ταυτόχρονα, οι ολοένα αυξανόμενες αντιφάσεις του συστήματος θα οδηγήσουν σε μια "βαρειά" ετοιμοπόλεμη ατμόσφαιρα πάνω από την Ευρώπη που θα επιφέρει τελικώς δυο παγκόσμια μακελειά, πρωτοφανή στην Ιστορία της ανθρωπότητας.

Η τέχνη συνεπώς δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι η ίδια μετά...

Η εμφάνιση στο στερέωμα των πρώτων ντανταιστών που θα χτυπάνε ταμπούρλα επί σκηνής και θα αυτοσχεδιάζουν λεττριστικές αποφορές-μαγικά ξόρκια κατά μίας ολόκληρης εποχής, οι πρώτες σοβαρές απόπειρες των σουρρεαλιστών να ξεπεράσουν κάθε αντίφαση ανάμεσα τέχνη και ζωή μέσα από τα γραπτά του Μαρξ και του Freud, η βίαιη εκτίναξη της μουσικής τέχνης προς πεδία πρωτοφανή γι'αυτήν από συνθέτες όπως ο Igor Stravinsky και ο Edgar Varèse, τα πρωτοποριακά αριστουργήματα του Eisenstein στον κινηματογράφο, η λατρεία της μηχανής από τους Ιταλούς φουτουριστές όπως επίσης και η λατρεία του μέλλοντος από τους Ρώσους συναδέλφους τους με τους οποίους τους χώριζε μια ολόκληρη πολιτική άβυσσος, λίγο αργότερα η επανάσταση που θα φέρει με την σειραϊκή τεχνική ο Arnold Schoenberg και η δεύτερη σχολή της Βιέννης, περαιτέρω, στη συγγραφική τέχνη, ο "Οδυσσέας" του Joyce και ο επικός μοντερνισμός ενός Ezra Pound καθώς αποπειράται να συνοψίσει με εξαιρετικά φιλόδοξο τρόπο ολόκληρο τον ανθρώπινο πολιτισμό σε στίχους, όλα αυτά λοιπόν, δεν είναι όπως καταλαβαίνει κανείς μια ακόμα "εξέλιξη" στη τέχνη και ασφαλώς δεν τελούνται σε κενό background αφυδατωμένο από κάθε ιστορική ουσία...Θα ήταν τεράστιο λάθος να ιδωθεί το όλο ζήτημα έτσι.

Η εποχή είχε ανατρέψει κάθε τι το "ασφαλές" και "κεκτημένο" και το είχε υποβάλει σε μια αυστηρή δοκιμασία, τόσο από ηθική άποψη όσο και από γνωσιολογική.

Τα πάντα πλέον φαινόνταν πιθανά, καθώς στην Ρωσσία για πρώτη φορά στην Ιστορία ένα επαναστατικό κίνημα αναλαμβάνει την εξουσία και εξαγγέλει με δροσερή νεανικότητα το κομμουνιστικό μέλλον του κόσμου, ενώ στην Ιταλία ο κορπορατικός φασισμός, επιχειρεί μια αναγέννηση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αφήνοντας παρ'όλ' αυτά τις τέχνες σε μια σχετική ελευθερία. Ελευθερία την οποία οι ναζιστικές ορδές στη Γερμανία λίγο αργότερα, δεν πρόκειται να την επιτρέψουν, μιας και για το Γ' Ράιχ, η avant-garde είναι κάτι το εξαιρετικά "άρρωστο" και "εκφυλισμένο" και συνεπώς όλα θα έπρεπε ξανά να πισωγυρίσουν σε έναν ασφαλή και άσφαιρο λόγω λήξης εποχής πλέον (αν όχι ελεεινά κακόγουστο λόγω της απαιδευσιάς του κατώτερου μηχανισμού του ναζιστικού καθεστώτος) ψευδοκλασσικισμό.

Για έναν πεπεισμένο ναζί, η avant-garde ήταν σκάνδαλο, μιας και του αμφισβητούσε όχι μόνο την ακεραιότητα του κόσμου "an sich" αλλά και γιατί, ακόμα, του υπενθύμιζε την απειλή του "εβραιομπολσεβικισμού". Άλλωστε, κατά τα φαινόμενα, η νεαρή μετεπαναστατική Ρωσσία υπέθαλπτε σαφώς κάθε τι το "πρωτοποριακό" στη τέχνη, στο βαθμό που η παλαιά τέχνη, έκφραση ενός κόσμου που πεθαίνει, θα έπρεπε να αντικατασταθεί από μια "φρέσκια" τέχνη που θα αντανακλούσε τις κοσμογονικές αλλαγές της μεταπήδησης από το "βασίλειο της αναγκαιότητας" στο "βασίλειο της ελευθερίας".

Παρ'όλ'αυτά, και παρά τις ελπίδες των σκαπανέων της, η avant-garde δεν κατέστη ποτέ κάτι "άμεσα αφομοιώσιμο" από ένα ευρύτερο, πιο "mainstream" και όχι κατ'ανάγκη "καλλιτεχνικό" κοινό.

Οι λόγοι είναι πολλοί και συνδέονται με την απόλυτη ρήξη που διαγιγνώσκεται πλέον στην τέχνη, μιας και σημαντικές και μακρόχρονες σταθερές της που έμοιαζαν να την ορίζουν όχι μόνο "καλλιτεχνικά", αλλά ακόμα, και ανθρωπολογικά, τινάχτηκαν στον αέρα μέσα από τους κυκεώνες εξαιρετικά ταραγμένων περιόδων στις οποίες ο παράδεισος και η κόλαση για την ανθρωπότητα συνυπήρχαν μαζί ως πιθανότητα κάθε στιγμή, και ως αντίληψη και έκφραση μέσα από εξαιρετικά ευαίσθητους και δυναμικούς καλλιτέχνες που αποφάσισαν να έλθουν σε ρήξη με ό,τι φάνταζε στα μάτια τους ως "παλαιό" και εκδήλωση ενός κόσμου που γεννά την απελπισία.

Και από αυτή την άποψη οι ίδιοι γίνανε οι πιο σημαίνοντες εκφραστές της απελπισίας και της "ερημίας" στον 20ό αιώνα, αλλά από την άλλη τα μεγάλα και φιλόδοξα οράματά τους, εξαιρετικής ποιότητας συνήθως, διαπνέονταν από μια μεσσιανική πίστη στο μέλλον που θα αποκαθιστούσε την ουσία του ανθρώπου μέσα από μια τέχνη οικουμενικών διαστάσεων και εφαρμογών (ας θυμηθούμε, και συγκεκριμένα στη μουσική τέχνη, πέρα από τον ιδιοφυή Edgar Varèse, τον Charles Ives , τον Olivier Messiaen, αργότερα τον Karlheinz Stockhausen και τόσους άλλους...μιλάμε για ούτε ένα, ούτε πέντε, ούτε δέκα, αλλά εκατοντάδες ονόματα στη μουσική, συνθέτες κορυφαίας ποιότητας).

Κατά συνέπεια το ζήτημα του "δημοφιλούς" ή όχι της avant-garde συνδέεται σαφώς με τις ρήξεις που επέφερε σε κοινωνικό και ανθρωπολογικό επίπεδο. Στη μουσική π.χ. η τονικότητα, ως πάγια και εδραιωμένη ηχητική έκφραση χιλιετηρίδων, αμφισβητήθηκε από τις ατονικές και σειραϊκές εκδηλώσεις στην οργάνωση των ήχων ή από πιο "μεικτά" είδη που συνδύαζαν τονικότητα και ατονικότητα ή τονικότητα με σειραϊσμό.

Σε καθαρά κοινωνικό επίπεδο η άρνηση ενός όχι κατ'ανάγκην καλλιτεχνικού κοινού προς την avant-garde έχει μάλλον να κάνει με τα ισχυρά μικροαστικά ανακλαστικά που εκλαμβάνουν ως απειλή ο,τιδήποτε υπονομεύει την ασφαλή εικόνα του κόσμου μέσα από τη συνήθεια της καθημερινότητας.

Αν οι ναζί ηττήθηκαν στον πόλεμο, αυτό δεν σημαίνει πως η μικροαστική τάξη που σε μια υπερβολή της ιστορίας και μέσα στους τρικυμιώδεις φόβους και ανασφάλειές της έφερε τον Χίτλερ στην εξουσία, εξαφανίστηκε μεταπολεμικώς...

Τουναντίον, η μεταπολεμική άνθηση επέφερε από τη μια έναν εφησυχασμό στις συνειδήσεις και μια λιγότερο μαζική υποδοχή της avant-garde, από την άλλη ωστόσο, οι νέες συνθήκες της "ανθρώπινης κατάστασης" κάτω από την βαρειά σκιά του 'Αουσβιτς και του Ναγκασάκι έδωσαν νέες λαβές στην avant-garde να εκφράσει με τρόπο ακόμα πιο ρηξικέλευθο και κατά μία έννοια πιο ώριμο το φωτεινό της όραμα για το μέλλον μέσα από το ημίφως των σχετικά απομονωμένων από την μάζα καλλιτεχνικών διεργασιών της.

Η μικροαστική συνείδηση θα πανικοβληθεί για άλλη μια φορά ενώπιον μιας άγνωστης πνευματικής δύναμης, που φαντάζει σα να ήλθε για να αποβάλλει κάθε τι "μικροαστικό" από την τέχνη, και να απογυμνώσει αυτή την τελευταία σε ουσία και δόξα του δημιουργικού ανθρώπου.

Και ασφαλώς, δεν είναι το θέμα αν οι πιο καλλιεργημένοι των "μη οπαδών" της avant-garde στην μουσική την σέβονται έστω και αν δεν την ακούν , ενώ οι πιο "πριμιτίφ" την εκδιώκουν βιαίως από τον ορίζοντά τους, στην συνήθειά τους να μισούν ό,τι δεν καταλαβαίνουν.

Το ζήτημα είναι αλλού. Πως έτσι κι αλλιώς η avant-garde, κάθε avant-garde και σε οποιαδήποτε έκφραση της τέχνης, συνιστά από μόνη της και ένα αίτημα ανεκπλήρωτο στην εποχή της.

Ποτέ άλλοτε στην Ιστορία της ανθρωπότητας μια τάση στη τέχνη δεν συνδέθηκε περισσότερο με τα πιθανά θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα της Ιστορίας.

Ο "Οδυσσέας" του Joyce, η ποίηση του Celan, η μουσική του Henryk Górecki βρήκαν μεν την θέση τους στους κόλπους του εξειδικευμένου ή ευρύτερου καλλιτεχνικού κοινού, αλλά ως ποιότητες per se, και με ειλικρινή τρόπο είναι αμφίβολο αν είναι το "every day food" για πολλούς, όπως είναι ας πούμε η μουσική pop.

Πράγμα με μιαν έννοια λογικό. Η τέχνη δεν είναι ένα ανιστορικό, συγκινησιακό φαινόμενο, αλλά ένα ιστορικό τέτοιο. Και από αυτή την άποψη η βίαιη και ακραία "αντι-καταναλωτική" άποψη της avant-garde θα παραμένει ακόμα ως υπόσχεση όχι για τη τέχνη (εκεί θαυματούργησε οριστικά και με αναμφισβήτητο τρόπο), αλλά για έναν άλλον κόσμο όπου η εκμετάλλευση ανθρώπου από ανθρώπου θα λήξει οριστικά και το όλο ανθρώπινο πνεύμα θα απεγκλωβιστεί επιτέλους από έναν διαρκή "μεσαίωνα" χιλιετηρίδων...


Wednesday, December 16, 2009

Η ΠΟΙΗΣΗ ΩΣ ΛΟΓΙΚΗ



Σε μια κατά τη γνώμη μου εξαιρετική ανάρτησή της με τίτλο "Ποίηση και Λογική" η Maximax εισάγει μια προβληματική για τη ποίηση, που αμφιβάλλω αν είναι δεδομένη στους πολλούς των ποιητών.
Και όμως, είναι το υπ'αριθμόν ένα ζητούμενο από την ποιητική γραφή, τουτέστιν η ποίηση όχι μόνο ως η καταλυτική δύναμη που ανατρέπει μια συμβατική λογική και την καθιστά καίρια μόνο στο πεδίο της καθημερινότητας, αλλά επίσης και πάνω απ'όλα, η ποίηση ως λογική έτσι όπως τίθεται και μπορεί περαιτέρω να εννοηθεί από την κατακλείδα της ανάρτησης:

"Κι όμως η ποίηση έρχεται να καταστρατηγήσει την εύκολα εννοούμενη μορφή και χρήση της λογικής για να δείξει την ιδανική μορφή της".

Εάν η ποίηση έρχεται να καταδείξει "την ιδανική μορφή της λογικής", τότε συνιστά από μόνη της αυτήν την λογική, την πιθανώς "νέα" στη γνωσιολογική έκταση του ανθρώπου ανεξάρτητα από το γεγονός ότι μιλάμε για μια παλαιόθεν δρώσα τέχνη.

Κατά κανόνα, η Λογική ως αντικείμενο διερεύνησης καθ'εαυτό αλλά και ως όργανο που με τη σειρά του διερευνά περαιτέρω τις δυνατότητες του νου, ή καλύτερα της σκέψης που σκέπτεται τον εαυτό της, είναι αρμοδιότητα της φιλοσοφίας. Όταν όμως η ποίηση διεκδικεί την Λογική και μάλιστα ως η "ιδανική μορφή" της, τότε το όλο θέμα τίθεται αλλιώς πλέον και σίγουρα αρκετά ριζοσπαστικά.

Άλλωστε η όλη "διαμάχη" μεταξύ ποίησης και φιλοσοφίας είναι τόσο παλιά όσο (το λιγότερο) οι Προσωκρατικοί. Ο Ηράκλειτος εξεφράσθη άσχημα για τον Όμηρο και τον Ησίοδο, ενώ ο Πλάτων, μέγιστος Ποιητής ο ίδιος, εξόριζε τους ποιητές από την "Πολιτεία" του. Η όλη, συνήθως άτυπη και άλλοτε έκδηλη "αντιπαράθεση" συνεχίστηκε μέχρι τον 20ό αιώνα, κατά τον οποίο οι υπερρεαλιστές αποπειράθηκαν να βάλουν ένα τέλος σε αυτήν, κυρίως μέσα από τις προσεγγίσεις τους στον διαλεκτικό υλισμό του Μαρξ και την ορθόδοξη φροϋδική θεώρηση του υποσυνειδήτου.

Παρ'όλ'αυτά, είναι αναμενόμενο πως στο βαθμό που η Λογική έχει να κάνει με ένα κατ'εξοχήν σύστημα αυτοπεριεχομένων αξιωμάτων και συναλλήλων με αυτά αναπτυσσομένων εννοιών, να αποστέργει το "πτητικό" στοιχείο της σκέψης καθώς και την μεταφορά στη γλώσσα.
Αν η Λογική (ως φιλοσοφική έννοια) είναι μια ανάδυση από το ετοιμοπαράδοτο σκότος του κόσμου τότε η Ποίηση είναι μια κατάδυση μέσα σε αυτό.

Που ωστόσο για έναν συνειδητό ποιητή ποτέ δεν παραμένει μόνο "κατάδυση" αλλά ταυτόχρονα και με τρόπο απαρέγκλιτο συνιστά και μια ανάδυση με έναν ολόκληρο νέο κόσμο να έρχεται στο φως μαζί με την λογική του.

Με την διαφορά πως η νέα λογική και ο κόσμος που ανασύρει η ποίηση είναι "μακροπρόθεσμης" αναφοράς, αν μπορεί να το πει κανείς έτσι. Σχηματίζει έναν παράλληλο κόσμο μεν και μια παράλληλη λογική δε, η οποία φαίνεται πως θα είναι εσαεί η "ιδανική" μορφή της λογικής στο βαθμό που συνήθως δεν έχει την δυνατότητα να περάσει σε άμεση εφαρμογή και συνεπώς σε αλλοτρίωση και παγίωσή της σε "δόγμα".

Είναι η ποίηση, θα λέγαμε, το μυστικό της αιώνιας νεότητας της λογικής σε έδαφος πάντοτε πρωτόγνωρο και παρθένο όπως φάνηκε να ήταν ο κόσμος και οι έννοιές του στην πρωταρχή τους.

Κάθε στιγμή γνήσιας ποιητικής δημιουργίας, κατά συνέπεια είναι και η Γένεση της Λογικής ξανά, σαν να μην είχε υπάρξει καμμία λογική στο κόσμο, από την τυπική αριστοτέλεια έως την εγελιανή, ανεξάρτητα από το σε ποιο βαθμό μπορεί να εμπεριέχονται και οι δυο κάθε φορά στη ποίηση.

Μια Νέα Εδέμ του νου, που η εν απτότητι πραγμάτωσή της είναι ένα θέμα που αντίθετα απ' ό,τι θα μπορούσαν να πιστέψουν πολλοί, δεν είναι "άμεσο".

Η ποίηση, έτσι κι αλλιώς, ως η μη άμεση αποκαθήλωση του πραγματικού στο έδαφος εκείνου , του ξεχωριστού και εσώτερου "βασιλείου" που κρύβει μέσα του κάθε άνθρωπος, κερδίζει το παιγνίδι.


Tuesday, December 1, 2009

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΥΠΝΟΣ



Με αφορμή ένα κείμενο της Dianathenes, μου προέκυψαν κάποιες σκέψεις πάνω στα θέματα που θίγει η ιστολόγος, τις οποίες και καταθέτω εδώ. Σκέψεις οι οποίες μπορούν να εφάπτονται είτε άμεσα είτε αρκετά έμμεσα στη σύνολη προβληματική του κειμένου, μιας και αναπόφευκτα όταν αναφερόμαστε στον ύπνο (κυριολεκτικά ή μεταφορικά), υποσημαίνεται αντικειμενικά και πρωτίστως μια υποχώρηση του συνειδητού προς όφελος του ασυνειδήτου.

Το θέμα της "συνειδητότητας" (και σε ποιο ποσοστό εντοπιζομένης) στην διαδικασία παραγωγής ενός λογοτεχνικού έργου είναι αρκετά ευρύ, ωστόσο έχω την εντύπωση πως μπορούν να ανιχνευθούν συνοπτικώς ορισμένα ασφαλή "πορίσματα".

Πάντοτε υπήρχαν στη λογοτεχνία , εν είδει άτυπης αντίθεσης, δυο διαφορετικές θεωρήσεις της έννοιας του δημιουργού. Η μία, επιχειρούσε να τον αναγάγει σε ένα είδος "διαμέσου" ανάμεσα σε έναν υπερβατικό ή μη κόσμο της αλήθειας και τους "δέκτες" της τέχνης, και η άλλη προκρίνει περισσότερο την ατομικότητα του δημιουργού έναντι του δημιουργήματός του.

Η πρώτη θεώρηση είναι πιθανόν να είναι ένα είδος γενετικής κληρονομιάς και κυτταρικής ανάμνησης του τρόπου που αντιμετωπίζαν οι πρόγονοί μας τους ραψωδούς, ή οι ύστεροι μεσαιωνικοί και αναγεννησιακοί άνθρωποι τους jongleurs και τους ménestrels . Ως καθαρά "διάμεσα" μιας άλλης αλήθειας που έρχεται με μια "νομιμοποιημένη κοινωνικά" για την περίσταση, όσο και σε μεγάλο ποσοστό "θεατρική" αντισυμβατικότητα να επέμβει στα ανθρώπινα.

Η δεύτερη θεώρηση είναι κυρίως απότοκο της περιόδου της βιομηχανικής επανάστασης του καπιταλισμού, όταν το υποκείμενο δεν μπορούσε παρά να νοιώθει αρκετά "χειραφετημένο" έναντι του συνόλου κόσμου που έπρεπε να "κατακτηθεί" από τις φρέσκες δυνάμεις της Ιστορίας, αν και, η εξατομίκευση ήταν ήδη παρούσα από την εποχή του Chaucer και της πρώιμης νεωτερικότητας.

Ωστόσο, η διαδικασία της εξατομίκευσης στη τέχνη άρχεται σαφώς από πιο παλιά, και μπορεί να ανιχνευθεί από την εποχή του Αρχιλόχου και της Σαπφούς.

Προσωπικά, βρίσκομαι πιο κοντά στην δεύτερη θεώρηση χωρίς φυσικά να αγνοώ την τεράστια δύναμη που ασκεί το ατομικό υποσυνείδητο (ή ακόμα και συλλογικό ασυνείδητο αν σκεφθούμε τον Jung) πάνω στον καλλιτέχνη δημιουργό.

Όπως και στον ύπνο, έτσι και κατά τη διάρκεια της δημιουργίας ο άνθρωπος μένει "ανοιχτός" σε κατακλυσμιαίες δυνάμεις που εξορμούν για να αναφανούν μέσα από τη τέχνη. Ωστόσο έχω την εντύπωση πως η παθητικότητα του (καλλιτεχνικού) "ύπνου" δεν είναι ο ιδανικός όρος -από μόνος του τουλάχιστον- για να οργανώσει κάποιος αυτές τις δυνάμεις σε καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.

Βέβαια, η λογοτεχνική δημιουργία προσομοιάζει κάποιες φορές στον πραγματικό ύπνο, ωστόσο υπάρχουν και αρκετές διαφορές mutatis mutandis σε αυτή την μεταφορά.

Κατά τη γνώμη μου δεν είναι δυνατόν να "ξεχωριστεί" το έργο από το δημιουργό του - κάτι τέτοιο είναι αδύνατον, ειδικά με τους όρους που βιώνουμε την τέχνη εδώ και αρκετούς αιώνες.
Ο "ύπνος" από μόνος του χωρίς να είναι ο συγκεκριμένος ύπνος ενός συγκεκριμένου ανθρώπου κάθε φορά είναι εξάλειψη της ατομικότητας, επιστροφή στο αδιαφοροποίητο, κύληση ξανά προς την matrix mundi.

Μετέχει μεν το υποσυνείδητο (το συγκεκριμένο υποσυνείδητο του συγκεκριμένου ανθρώπου) στη τέχνη και μετέχει ισχυρώς, μετέχει όμως και η διαυγής συνείδηση. Χωρίς την δεύτερη, απλά δεν υπάρχει τέχνη.

Δεν μπορεί να καταστεί ο καλλιτέχνης ένα είδος αρτίστικου μέντιουμ. Δεν βλέπω και λόγο για κάτι τέτοιο, και όποτε επιχειρήθηκε, όπως στην "αυτόματη γραφή" των υπερρεαλιστών, είχαμε μεν ενδιαφέροντα αποτελέσματα από την άποψη μιας περαιτέρω κατεργασίας και αφομοίωσής τους σε άλλες φόρμες, δεν είχαμε όμως τέχνη.

Έλειπε σαφώς η δύναμη της συνειδητότητας, ο έλεγχος και η επέμβαση του νου πάνω στα ακατέργαστα και αδιαφοροποίητα περιεχόμενα του υποσυνειδήτου.

Χρειάζεται ο χαλινός του συνειδητού νου και της μετρικής (με μια πολύ ευρεία όσο και μεταφορική έννοια) δυνατότητας και ικανότητας του καλλιτέχνη αναμφίβολα, ούτως ώστε το αδιαφοροποίητο να μην κατακλύσει το συνειδητό με πιθανώς απρόβλεπτα αποτελέσματα, όχι και τόσο επιθυμητά.

Και ακόμα, για να μπορέσουν τα περιεχόμενα του ασυνειδήτου να μορφοποιηθούν σε τέχνη και να προβάλλουν ως "κόσμος" μέσα από τη πρωταρχική λάβα της δημιουργίας.

Όλα αυτά βέβαια, εξαρτώνται και απο το είδος της τέχνης για το οποίο γίνεται λόγος κάθε φορά, όπως επίσης και από τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη δημιουργό.
Είναι λογικό το υποσυνείδητο να μην εντοπίζεται στο ίδιο ποσοστό συμμετοχής σε όλους όπως και σε όλα τα είδη των δημιουργών, όμως σε κάθε περίπτωση δεν νοείται τέχνη χωρίς την εισβολή αυτού μέσα στο συνειδητό του καλλιτέχνη.

Η τέχνη, κυρίως, είναι εκείνο ακριβώς το λεπτό αδιόρατο σημείο που κάνει μια ποσότητα (ασυνείδητο) να φεγγοβολεί σε μια ποιότητα (συνειδητό)...Ακριβώς, το λίγο παραπάνω από το χείλος της συσσώρευσης που είναι ικανό να μετατρέψει με μαγικό τρόπο μια αγριεμένα φουσκωμένη θάλασσα στο ίδιο το ιστιοφόρο της έννοιας που θα την πλεύσει.

Και αυτό, έχω την εντύπωση πως είναι αρμοδιότητα του εναργούς ανθρώπου και όχι του "αφημένου" στον "ύπνο".

Κάποτε η παράδοση της μοίρας του δημιουργού σε κάτι υπερπροσωπικό και καθολικό, φαίνεται ανακουφιστική, στο βαθμό που ο,τιδήποτε φαίνεται να αποσείει την προσωπική ευθύνη είναι -και πώς αλλιώς- ένας έμμεσος εξορκισμός του θανάτου.
Ωστόσο, ο δημιουργός δεν μπορεί παρά να ενέχει θέση μυθολογικού ήρωα όταν επιχειρεί να διαστρωματώσει έναν κόσμο μέσα από το χάος.
Για την ακρίβεια, η διαδικασία της καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι μια τελετουργική αναπαράσταση αυτής της κοσμολογικής εξόδου από το "τίποτε στο "κάτι", από το αρχέγονο έρεβος στο φως ενός κόσμου, όσο και αν χρειάζεται να αποσύρει πρώτα ο δημιουργός , σε συμβολικό και εννοιολογικό επίπεδο, πρώτα τον υπάρχοντα "κόσμο" πίσω σε χάος.

Όμως ας σταματήσω εδώ για τώρα, και πιθανότατα θα επανέλθω επί του θέματος.



*****************************************************************
Κατ'εξαίρεσιν για αυτή την ανάρτηση τα σχόλια θα είναι ανοιχτά.